Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μία μικρή προλεταριακή ιστορία αγάπης και μίσους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μία μικρή προλεταριακή ιστορία αγάπης και μίσους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων


Φυσικά δεν περιμένετε από μένα να μάθετε τι έγινε το ΣΚ που πέρασε στη χώρα της αφθονίας με τις εκπτώσεις. Αλλά φαντάζομαι ότι θα περιμένετε από μένα να το σχολιάσω.

Μάλλον όμως δεν έχω τίποτα να σχολιάσω. Απλά να πω να μη νομίζουμε ότι αυτό είναι το μόνο θύμα του "καταναλωτισμού" γιατί δεν είναι... (αν και ο τρόπος θανάτου είναι εντυπωσιακός). Ειδικά στα super market και στα πολυκαταστήματα είναι τραγική η κατάσταση στο θέμα των πελατών. Από την πρώτη στιγμή που είχα πιάσει δουλειά σε s/m μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση αυτό το πράγμα: το πάθος του να ψωνίσω. Πέραν από το εξαίσια τραγικό να βλέπεις κόσμο κάθε πρωί να σε περιμένει απέξω 15' και 20' λεπτά πριν ανοίξει το μαγαζί, και αυτός ο κόσμος να είναι ο ίδιος κόσμος, και σε αυτό τον ίδιο κόσμο να του έχεις πει ότι ανοίγουμε 8.30, και αυτός επί 2 και 3 χρόνια να είναι απέξω 20' λεπτά νωρίτερα. Αυτό όμως που μου είχε κάνει πολύ μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η τραγικότητα που έπαιρναν τα πρόσωπα τους όταν δεν έβρισκαν κάτι που ήθελαν... "Και τι θα κάνω εγώ τώρα;" να σου λέει ο άλλος που έχει τελειώσει το γιαουρτι με φράουλα και έχει μόνο κεράσι... Και το πρόσωπο του να συσπάται σε μία τρομερή γκριμάτσα οδύνης... Τι και τι θα κάνεις εσύ τώρα ρε; Ένα γαμημένο γιαούρτι είναι την πουτάνα μου. Πάρε άλλο ή άμα δε σαρέσει μην πάρεις τίποτα... Μία αντίδραση λες και τα θεμέλια της ύπαρξης τους, ο συνεκτικός ιστός όλου του προσωπικού τους κόσμου συναρτόταν από το γιαούρτι φράουλα ή από το κωλόχαρτο. Είναι τραγικό, δεν είναι καθόλου μα καθόλου αστείο. Γιατί αν το καλοσκεφτεί κανείς όλος ο κόσμος αυτών των ανθρώπων αποτελείται από όλα αυτά που μπορούν να αγοράσουν... Αν δεν μπορούν να αγοράσουν κάτι ενώ έχουν τη δυνατότητα είναι σα χαμένα παιδιά. Η διαφήμιση έχει πάρει όλο τον πλούτο της ανθρωπινης ζωής, όλο τον πλούτο της κοινωνικότητας και τον έχει εναποθέσει στα εμπορεύματα. Και πάμε εμείς να βρούμε αυτό τον πλούτο, αλλά εκεί δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο η εκμετάλλευση (όλως παραδόξως ο μοναδικός πραγματικός πλούτος).

Ήταν πολλές οι φορές που (επειδή το μαγαζί ήταν μικρό και είχε πολύ κίνηση λείπανε συνεχώς κάποια πράγματα), που έπρεπε να βρεθώ απέναντι σε οργισμένους πελάτες . Σε πολλούς πελάτες φαινόταν αδιανόητο, κυριολεκτικά αδιανόητο, πως γίνεται να μην υπάρχουνε εμπορεύματα στα ράφια. Πέρσι τον Δεκέμβρη αν θυμάστε είχαν απεργίες στο λιμάνι του Πειραιά όπου, όσο να'ναι επηρρέασε κάπως και το εμπόριο. Κάποια προιόντα λοιπόν, που εισάγονται είχαν έλλειψη. Δεν μπορούσαν πολλοί να το καταλάβουν. Έλεγες, "Έχει απεργία στο λιμάνι", "Και τι σχέση έχει το λιμάνι;", Ξανάλεγες "Έρχονται απο το εξωτερικό", "Και γιατί κάνουν απεργία στο λιμάνι;" Ξανάλεγες "Να δείτε ειδήσεις"... Εντυπωσιακό ήταν, το θυμάμαι αυτό, μία κυρία που δεν μπορούσε να το πιάσει με τίποτα... Είμαι βέβαιος ότι αυτή νόμιζε ότι τα εμπορεύματα μπορεί και να τα φτιάχνουμε στην αποθήκη όλα... Το αποκορύφωμα αυτής της λογικής ήταν να έρχεται ο άλλος και να σου ζητάει και τα ρέστα, "Είσαι υποχρεωμένος να έχεις αυτό το εμπόρευμα..." Άκου εκεί είσαι υποχρεώμενος... Οπότε παίρνανε όλοι την μετρημένη και τυπική από ένα σημείο και μετά απάντηση μου. "Εγώ, έλεγα για το μόνο πράγμα που είμαι υποχρεωμένος είναι να έρχομαι κάθε μέρα για δουλειά, για τιποτε άλλο..."

Τέλος πάντων φλυάρησα.

Είμαστε στα τέλη Μάρτη... Όπου η συνάδελφος ξαναχτυπά και ξαναβουτάει άλλη μία 600άρα από το ταμείο φτάνοντας το σκορ στα 1500... Ήταν το Σαββατοκύριακο στις 25-3 όπου εγώ είχα ρεπό και Σάββατο και Δευτέρα... Όταν γυρνάω και το διαπιστώνουμε, παίρνω τηλέφωνο και τους βάζω τις φωνές. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που ζήτησα να απολυθεί συνάδελφος, και πραγματικά δεν έχω καμία τύψη. Το εργάκι το έχω ξαναδεί, εγώ και η πάρτη μου και άντε γαμηθείτε όλοι. Δεν υπάρχει για μένα χειρότερο πράγμα σε ένα χώρο δουλειάς από το να εκθέτεις το συνάδελφο και να τον ρουφιανεύεις. Από την πλευρά μας την προειδοποιήσαμε. Και το απόγευμα που την συνάντησα στην αλλαγή της βάρδιας, της τα είπα χύμα... Μία κουβέντα η οποία μου έδωσε με τον πιο έντονο τρόπο να καταλάβω τι σημαίνει να έχεις μία αντίληψη δουλεύω μόνος μου, και τι σημαίνει να έχεις μία αντίληψη δουλεύω με άλλους. Από τη μια το σκέφτομαι το συνάδελφο, και από την άλλη το σκέφτομαι το μουνί μου. Από την μια το να πάτε να γαμηθείτε όλοι, και από την άλλη το χτίζω σχέσεις. Μάταια. Δεν πιστεύω ότι κατάλαβε τίποτα. Δεν πιστεύω ότι είχε καν ιδέα για τι πράγμα της μιλούσα. Θλίψη.

Τέλος πάντων, μετά από αυτό και αφού πέρασε μία εβδομάδα χωρίς καν να της πουν το παραμικρό έχω ξενερώσει εντελώς. Έχω εμφανώς παραιτηθεί. Είναι και η αντικαταστάτριά μου στο μαγαζί οπότε τα έχω παρατήσει όλα. Μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Απρίλη, η τύπισσα είχε φάει άλλα 600 ευρώ. Επιπλέον διαπιστώνουμε ότι λείπουν άλλα 400 από τα ψιλά που έχουν πρόσβαση σχεδόν όλοι... Κόλαση. Εγώ ενημερώνω αλλά πλέον με γράφουν όλοι στα αρχίδια τους. Οπότε κρατάω και εγώ μία στάση αναμονής. Δε θα έρθει κανείς να μου ζητήσει ευθύνες; Θα έρθει... Και τότε θα μιλήσω όπως πρέπει να μιλήσω...

Κάνω μία παρένθεση να γράψω κάποιες σκέψεις για το όλο φαινόμενο. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει κουλό μία εταιρεία να την κλέβουν και αυτή να μην κάνει τίποτα. Η συνάδελφος που είναι 20 χρόνια σε σούπερ μάρκετ και 10 σε αυτή την εταιρεία είχε συναντήσει άλλη μία φορά τέτοιο φαινόμενο. Και αμέσως μας είπε ότι απολύθηκε το άτομο που την έκανε. Αυτό απαραίτητα δε λέει πολλά τη στιγμή που πολύ συχνά ελάχιστα πράγματα γνωρίζουν οι εργαζόμενοι. Από την άλλη την άφηναν επειδή δεν είχαν άτομα; Δεν παίζει μάλλον. Είχαμε περάσει 5 μήνες με -2 άτομα... Η ερμηνεία που κάνω είναι η εξής: την άφηναν για να μας εκθέσουν, και να με εκθέσουν. Έχω ξαναπεί, ότι τα τελευταία 3 χρόνια το μαγαζί πήγαινε αρκετά καλά μειώνοντας την άγνωστη απώλεια 2 με 2,5 % πρακτικά 7 με 8000 το δίμηνο, δηλ. 40.000 το χρόνο δηλαδή με άλλα λόγια 3 χρόνια που με είχαν υπεύθυνο το μαγαζί έβγαλε 100.000 παραπάνω. Φαντάζομαι κάποια στελέχη που κοιτάνε τα νούμερα τους ένοιαζε περισσότερο αυτό το νούμερο παρά αν εγώ δεν κάνω πίπες στον προϊστάμενο και δεν ρουφιανεύω τις συναδέλφους. Και αυτό το γεγονός νομίζω ότι σε ένα μεγάλο βαθμό με κράτησε και δεν με απόλυαν παρά τα όσα τους είχαμε και είχα κάνει 3 ολόκληρα χρόνια. Αυτό ως ένα βαθμό επιβεβαιώθηκε ακόμα περισσότερο αργότερα όπως θα δούμε.

Τώρα όσον αφορά τη συνάδελφο που έκλεβε... Καταρχήν δεν βάζω το θέμα καθόλου ηθικά. Είναι κακό να κλέβεις και άλλες τέτοιες αηδίες... Είναι προφανές νομίζω. Στην τελική πολύ καλά τους έκανε και λίγα τους πήρε... Η όλη προσέγγιση και η όλη μου ας την πούμε ένσταση στο όλο ζήτημα είναι ότι με αυτό τον τρόπο εξέθετε συναδέλφους. Θα μου πει κανείς ότι μιλάμε για μία έκθεση στα μάτια των προϊστάμενων όμως, οπότε είναι λίγο άκυρο αυτό το περί έκθεσης “απέξω” κρίνοντας το. Όμως εμείς είμασταν εκεί μέσα. Δεν είμασταν απέξω. Και πιστέψτε με δεν είναι και πολύ ευχάριστο να ακούς υπονοούμενα του στυλ “Είστε όλοι ύποπτοι” και κάτι τέτοια, τα οποία εμένα στα αρχίδια μου και πήρανε και την απάντηση που τους ταίριαζε, αλλά όσο να 'ναι για τις υπόλοιπες συναδέλφους ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικά. Και στην τελική, άμα θες να την κάνεις τη λαδιά μπορείς να την κάνεις και με πιο όμορφο τρόπο, και πιο έξυπνα και να μην εκθέτεις τους συναδέλφους, λίγο μυαλό χρειάζεται. Επιπλέον, αν δούμε μία τέτοια συμπεριφορά, στην τελική εντελώς ατομικίστικη, υπό το πρίσμα ότι σε ένα εργασιακό χώρο κάποιοι προσπαθούν να κάνουν κάτι νομίζω ότι λειτουργεί πλήρως διαλυτικά ειδικά σε μία περίοδο που κανείς δεν ξέρει ποιος την έχει κάνει και ο ένας υποπτεύεται τον άλλον. Και στην τελική δεν είναι φυσικά καθόλου το χρηματικό ζήτημα στην υπόθεση που με ενόχλησε, και ούτε φυσικά η κλοπή. Είναι πολύ περισσότερο η ίδια η συμπεριφορά και όλη στάση κατά τη διάρκεια αυτού του ζητήματος που είναι τόσο εχθρική σε εμένα. Τέλος πάντων ας επιστρέψουμε στην μικρή μας αφήγηση.

Είμαστε στο Πάσχα. Και εγώ κωλοβαράω ασυστόλως. Όλο τον Απρίλη Σάββατο δεν πήγα για δουλειά ας πούμε. Με κάτι φτηνές δικαιολογίες του στυλ, παντρεύεται ένας φίλος από το στρατό στην Ορεστιάδα και κάτι τέτοια σαχλά. Επίσης το κωλοβάρεμα πήγαινε σύννεφο. Τα κωλαράκια της Τζένιφερ Λόπεζ απέκτησα με τέτοιο βάρεμα. Μέχρι που ήρθε η μεγάλη στιγμή. Ένα μεσημέρι σκάει ο εσωτερικός έλεγχος της εταιρείας. Κάτι σαν το ΣΔΟΕ ας πούμε. Με φωνάζει σε κάποια φάση.

-Εδώ υπάρχει πρόβλημα.
-Εδώ και ενάμιση μήνα υπάρχει πρόβλημα τώρα το θυμηθήκατε;
-Ποιον ενημέρωσες;
-Τους προϊστάμενους μου;
-Μάλιστα...

Καθόμαστε και βλέπουμε τα λογιστικά φύλλα και ξαναδιαπιστώνουμε για άλλη μία φορά τα ελλείμματα.

-Ποιος πιστεύετε ότι είναι υπεύθυνος για όλα αυτά;
-Ο θεός.
Παγωμάρα και ένα μισό χαμόγελο...
-Τι εννοείται;
-Εννοώ, κύριε τάδε, ότι όταν εγώ έχω ενημερώσει στην ώρα τους για όλα και η εταιρεία δεν κάνει τίποτα, τότε νομίζω ότι πια μιλάμε για μία περίπτωση που αφήνεται στο έλεος του θεού.
Όταν πετάς τέτοια φαρμακερή ατάκα φυσικά μάλλον δε φτιάχνεις το κλίμα και πολύ. Αφήστε που την προετοίμαζα κάνα δύο βδομάδες να την πω.
-Αφήστε τα αστεία, και πείτε μου ποιος είναι ο υπεύθυνος για αυτά.
-Δεν είναι καθόλου αστείο, σοβαρά το είπα, αυτό πιστεύω.
Όπως καταλαβαίνετε είχαμε μία μάχη όπου φυσικά αυτός δεν ήθελε να μου πει ότι με θεωρεί υπεύθυνο και φυσικά εγώ δεν είμαι τόσο μαλάκας ώστε να θεωρήσω και να πω ότι είμαι εγώ ο ίδιος υπεύθυνος. Τελικά νίκησα.
-Εγώ πάντως ξέρω ότι εσείς είστε υπεύθυνος εδώ μέσα.
-Αν και δεν είμαι ακόμα θεός, επίσης υπεύθυνοι για εδώ μέσα είναι και ο επόπτης και ο αρχιεπόπτης.
-Δεν έχουν όμως ευθύνη για αυτά τα πράγματα.
-Αν με θεωρείται υπεύθυνο για τα ελλείμματα να μου το πείτε ευθέως...
Δώσε πάσα να σου βάλω γκολ...
-Δεν υπάρχει κάποιος άλλος να είναι υπεύθυνος.
-Άρα είμαι εγώ.
-Ναι εσείς...
Πες το άνθρωπε μου μου τα ζάλισες.
Και τώρα η μεγάλη στιγμή, κύριες και κύριοι, η στιγμή που περίμενα χρόνια ολόκληρα η λαμπρή στιγμή που τους τα βροντάς.
-Ωραία, επειδή όμως μου έχετε κάνει τα αρχίδια τσουρέκια όλον αυτό τον καιρό, ορίστε και τα κλειδιά σας ορίστε και οι ευθύνες σας να τα βάλετε όπου θα σας ευχαριστήσουνε καλύτερα... Ζνταπ τα κλειδιά πάνω στο γραφείο και ζντουπ η πόρτα πίσω μου.

Μαλάκες σιγά μη σας άφηνα τη χαρά να βγείτε και από πάνω...

Ακολουθούν 2-3 βδομάδες όπου δεν έκανα ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ. Αλλά όταν λέμε απολύτως τίποτα, εννοούμε απολύτως τίποτα.

Αυτόν τον καιρό πέραν του ότι είχα την πλήρη κάλυψη σε διάφορες μικροκοπάνες 3-4 ωρών από συναδέλφους, έλαβα και την αμέριστη συμπαράσταση από διάφορους άλλους συναδέλφους από άλλα μαγαζιά. Πως μαθαίνονται όλα είναι εντυπωσιακό. Όλος ο Μάης κύλησε με συνεχείς κοπάνες, αλλά και όταν πήγαινα για δουλειά το πολύ να καθόμουνα ένα 5ωρο. Μετά είχα και άδεια 2 βδομάδες. Μπήκε λοιπόν ο Ιούνης. Επειδή όμως η διαδικασία της απόλυσης είναι να σε κατεβάζουν με αμάξι στα κεντρικά της εταιρείας και εκεί να υπογράφεις τα χαρτιά σου και επειδή μου είχανε κλείσει ραντεβού πριν την άδεια με πιάνει ο επόπτης και μου λέει πως θα γίνει να μην ξαναχαθεί αυτό το ραντεβού... Ε του λέω πάρε με τηλ. αν δεν είμαι στη δουλειά και θα έρθω... Γαμώ έτσι;;;

Σε κάποια φάση που είχα καθυστερήσει στη δουλειά με παίρνει τηλ. να πάω. Πάω, μπαίνουμε στο αμάξι, κατεβαίνουμε κεντρικά, περιμένω λίγο, δεν μπαίνω καν στον κόπο να βγάλω τα γυαλιά ηλίου ούτε μέσα στο φθοριστικό κλιματισμένο γυψοσανιδέ γραφείο όπου μία καμμένη μου εξηγούσε τα τυπικά. Υπογράφω παίρνω την επιταγούλα μου, και ο επόπτης μου με βγάζει απέξω. Είμαστε έξω από το κτήριο όταν αρχίζει να μου λέει κάτι παπαριές... Σε κάνα δύο λεπτά όπου εγώ σκεφτόμουνα ποιο θα ήταν το νόημα του άντε γαμήσου και αν θα είχε πραγματικά νόημα κάτι τέτοιο. Παρκάρει δίπλα ο διευθύνων σύμβουλος, γνωστή η φάτσα του από κάτι ελεεινά έντυπα που μας έστελνε η εταιρεία. Χαιρετούρες ο δικός μου μαζί του. Καθώς απομακρύνεται ο διευθυντής και ο επόπτης πάει να συνεχίσει τις μαλακίες, του πετάω το άντε γαμήσου.

Και φεύγω...

Λίγα μέτρα πιο κει σταματώ και κοιτώ το 4x4 τζιπ με τα φιμέ τζάμια του διευθυντή έτσι για να μην ξεχάσω τι ακριβώς και που ακριβώς πήγε επί 3.5 χρόνια ο πλούτος που παρήγαγα, και για να μην ξεχνώ γιατί είμαι κομμουνιστής και αναρχικός.

Και έφυγα...

Είχαμε μείνει στα Χριστούγεννα του 2007, όπου μετά από μία περίοδο ιδιαίτερης έντασης έρχεται η νηνεμία. Εγώ από τη μεριά μου έχω αρχίσει να κουράζομαι πολύ στα σοβαρά πλέον. Δηλαδή σε σημείο να γυρνάω σπίτι και να σκέφτομαι ότι και αύριο πάλι για δουλειά θα πάω. Ως εκ τούτου οι κοπάνες έπαιρναν και δίνανε. (Η αλήθεια είναι ότι όλο το χειμώνα που πέρασε δεν είδα ποτέ ολόκληρο το μισθό μου, αλλά δε γαμιέται τη βολεύαμε αλλιώς.) Με τις συναδέλφους τις υπόλοιπες άρχισε κάπως να σπάει το καλό κλίμα μεταξύ μας. Μη φανταστείτε κάτι τρομερό, αλλά πλέον είχα μπει σε πορεία απόλυσης, κάτι που όσο να 'ναι επηρεάζει τις σχέσεις στο μαγαζί. Γύρω στα μέσα Φλεβάρη έρχεται επιτέλους και το 7ο άτομο και επιτέλους μετά από 5 ολόκληρους μήνες το μαγαζί έχει φουλ τα άτομα που η ίδια η εταιρεία λέει ότι πρέπει να έχει για να δουλεύει ένα μαγαζί. Το έβδομο αυτό άτομο έμελλε να είναι και η αφορμή για την οποία με απολύσανε... Καταπληκτικό;

Μία σειρά πρώτων εντάσεων έχουμε με την απεργία στις 13-2. Εγώ ανακοινώνω περιχαρής ότι θα απεργήσω, και αυτοί μου ανακοινώνουνε μέσω μίας άλλης συναδέλφου ότι παίζω με τη φωτιά. Μπροστά μου δεν είπανε τίποτα. Παίζει να ήμουνα και ο πρώτος που απήργησε σε αυτό το μαγαζί εδώ και 10 χρόνια... Το κλίμα την επόμενη εβδομάδα είναι βαρύ και ασήκωτο, αλλά τόσο μα τόσο γελοίο που με πιάνει νευρικό γέλιο με τις γελοιότητες τους. Και πάνω εκεί έρχεται το μαντάτο το ωραίο... Το αποπάνω κατάστημα (στα καμιά 700αριά μέτρα) θα κλείσει για 6 βδομάδες να κάνει ανακαίνιση... Κόλαση. Γιατί; Απλούστατα όλος ο κόσμος που πήγαινε στο από πάνω θα κατέβαινε στο δικό μας. Και όχι τίποτα άλλο αλλά και το αποπάνω μαγαζί έχει δουλειά του σκοτωμού μιας και έχει 50% περισσότερο τζίρο από μας. Ήμουνα πλέον τόσο κουρασμένος που δεν ασχολήθηκα καθόλου με το να διεκδικήσω οτιδήποτε. Οι υπόλοιπες συναδέλφοι είχαν πανικοβληθεί λίγο αλλά και εγώ πλέον δε μπορούσα να κάνω και πολλά πράγματα. Το από πάνω μαγαζί κλείνει αρχές Μάρτη, και η δουλειά σε εμάς ανεβαίνει κατακόρυφα. Στους 350 καθημερινούς πελάτες προσθέστε άλλους 150. Ήταν σαν να δουλεύουμε κάθε μέρα με τους ρυθμούς του Σαββάτου. Εξοντωτικό. Μέσα σε αυτούς τους τρελούς ρυθμούς έρχεται να συμβεί και κάτι πολύ όμορφο. Λείπουν από μία βάρδια 300 ευρώ και από άλλη μία άλλα 300.

Παρένθεση να εξηγήσω: Κάθε ταμίας όταν ξεκινάει τη βάρδια της δίνει ένα κωδικό στη μηχανή που είναι προσωπικός. Στο τέλος της βάρδιας όταν δίνει τα χρήματα αυτά θα πρέπει να συμφωνούν με όλα όσα λέει η μηχανή. Όμως για να μην μαζεύονται πολλά χρήματα στα ταμεία κάθε 300 ευρώ, η ταμίας τα βγάζει, τα δίνει στην υπεύθυνη βάρδιας και αυτή τα “καταθέτει”. Έτσι λοιπόν έστω μία ταμίας έχει εισπράξεις 1340 ευρώ θα πρέπει να έχει δώσει 4 επί 300 κατά τη διάρκεια της βάρδιας συν άλλα 140 όταν κλείσει το ταμείο. Ελπίζω να καταλάβατε. Με απλά λόγια σε δύο βάρδιες αυτά τα 300 λείπανε. Δηλ. Τα είχε βγάλει η ταμίας από το ταμείο αλλά αντί να τα καταθέσει τα έβαλε στην τσέπη της. Αυτό όμως για να το διαπιστώσουμε αν δεν έχεις το νου σου για αυτό περνάει μία εβδομάδα. Λοιπόν στη βδομάδα πάνω βλέπουμε να λείπουνε 600 ευρώ. Επειδή φυσικά όλα τα ποσά καταγράφονται, όπως επίσης και οι βάρδιες, διαπιστώνουμε ότι και στις δύο βάρδιες που έλειψαν τα χρήματα ήτανε η καινούρια. Εντωμεταξύ, από όλους τους τρόπους να βουτήξεις χρήματα αυτός είναι ο πλέον ηλίθιος... Κυριολεκτικά. Τέλος πάντων. Πιάνω εγώ την καινούρια και της το φέρνω απέξω απέξω εξηγώντας της την όλη διαδικασία και λέγοντας της ευθέως στο τέλος, κοίταξε να δεις ο επόπτης την έχει στημένη σε αυτόν που θα την ξανακάνει. Αν μη τι άλλο ο πολυχρονεμένος μου επόπτης την είδε Ηρακλής Πουαρώ και είπε να της τη στήσουμε για να το επιβεβαιώσουμε. Κλείνει η παρένθεση.

Έχουνε περάσει ήδη 2 βδομάδες μέσα στο Μάρτη με δουλειά στο φουλ. Και είναι μπροστά μας η απεργία της 19 Μάρτη. Εγώ, εννοείται πια θα απεργήσω, τη Δευτέρα εκείνης της εβδομάδας σκάει στο μαγαζί ο αρχιεπόπτης ο οποίος αποφασίζει μετά από 3 μήνες να μου κάτι παραπάνω από καλημέρα και καλησπέρα. Δευτέρα πρωί τώρα το μαγαζί είναι φυσικά μπουρδέλο, όπως μπουρδέλα είναι όλα τα σούπερ μάρκετ όλου του κόσμου τη Δευτέρα στις 9:30. Γιατί ως γνωστόν, αν δεν ψωνίσουμε τα πάντα το Σάββατο θα πεθάνουμε. Σκάει που λέτε ο τύπος και μου λέει:
-Τι θα γίνει , πότε θα δω το μαγαζί μία φορά τακτοποιημένο;
Εγώ λέω από μέσα μου και με το ζόρι κρατήθηκα να μην του το πω κατάμουτρα το ποτέ... -Συγγνώμη λέω (είμαι και ευγενικός ο μαλάκας) αλλά το Σάββατο κάναμε 8.000 εισπράξεις, πως να είναι το μαγαζί με μία ώρα που έχουμε ανοίξει σήμερα;;;
-Θέλω να μου πεις πότε να περάσω να το δω όπως πρέπει.
-Όποτε θέλετε λέω γω. Αντί να του πω κάνα του Αγίου Πούτσου ανήμερα...
-Δηλαδή αν έρθω σε μία ώρα το μαγαζί θα είναι τακτοποιημένο;
-Όχι... φυσικά...
-Σε δύο ώρες μου κάνει...
Βρε δεν πας να γαμηθείς λέω από μέσα μου που θες και σε ώρες να σου το φτιάξουμε. Οπότε περνάω στην αντεπίθεση. Θες τελεσίγραφο μαλάκα, πάρε τελεσίγραφο.
Ελάτε την Πέμπτη το μεσημέρι.
Όπως καταλαβαίνεις αγαπητέ μου αναγνώστη όταν ο άλλος μετράει σε ώρες και εσύ μετράς σε μέρες υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα. Αφού λοιπόν έφαγε γείωση από το 123ο πάτωμα. Πατάει ένα ξερό θα περάσω την Πέμπτη και φεύγει θυμωμένος. Εγώ του είπα Πέμπτη και για να του τη σπάσω, αλλά και επειδή θα απεργούσα την Τετάρτη. Προκλητικότατος. Άντε να αυξηθεί έτσι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Η Τρίτη κυλάει ήρεμα γενικώς μέχρι που σχόλασα. Γιατί φυσικά την ώρα που σχόλασα, πήρα τηλέφωνο τον επόπτη και τον ενημέρωσα ότι αύριο θα απεργήσω. Εκ των υστέρων έμαθα τι έγινε την Τρίτη το απόγευμα. Την ώρα που πήρα τηλέφωνο να ανακοινώσω τους ελεεινούς σκοπούς μου, ο επόπτης μου ήταν μαζί με άλλους 4 επόπτες, 2 αρχιεπόπτες και το διευθυντή πωλήσεων στο από πάνω κατάστημα που μαζεύανε τα εμπορεύματα, και ο οποίος φυσικά ενημέρωσε και φυσικά το μάθανε όλοι, και ακόμα πιο φυσικά πήρανε μία τεράστια χαρά. Γενικώς έμαθα καμιά βδομάδα μετά ότι ο αριχιεπόπτης έβριζε άγρια.

Την Τετάρτη εγώ απεργώ. Αλλά στο μαγαζί έρχονται 21 καρότσια από το από πάνω μαγαζί. Επιπλέον. Την Πέμπτη που πάω για δουλειά η 100 περίπου τ.μ. Αποθήκη είναι γεμάτη εμπόρευμα μέχρι το μπόι μου. Χαρά εγώ. Φυσικά δεν χολόσκασα καθόλου, αλλά περίμενα με λίγο αγωνία τον αγαπητό μου αρχιεπόπτη, ο οποίος όμως ήρθε το απόγευμα 2 ώρες αφού σχόλασα και άρχισε να φωνάζει σε δύο 4ωρες εκ των οποίων η μία από άλλο μαγαζί. Γιατί δεν γράφει καλύτερα κάνα βιβλίο για σωστό μάνατζμεντ;;; Εκείνη τη μέρα είδα και εκείνο το σημείωμα πάνω σε ένα χαρτόκουτα από κάποια συνάδελφο στο από πάνω μαγαζί που έχω γράψει εδώ.

Εντωμεταξύ η καινούρια πέφτει στην παγίδα που της έστησε ο Ηρακλής Πουαρώ και πλεόν είναι πασιφανές: α. Τα βουτάει. β. Έχει άπειρο θράσος ή είναι ηλίθια. (Με τον καιρό αποδείχτηκε ότι ήταν και τα δύο).

Και από βδομάδα αγαπητοί μου, λίγο πριν από την λαμπρή επέτειο της παλιγγενεσίας του έθνους μας αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.

Στο μαγαζί αρχίζει να έρχεται τακτικά για βάρδια στο μαγαζί μας η υπεύθυνη από ένα άλλο μαγαζί. Γενικώς οι υπεύθυνοι άλλων καταστημάτων ΠΟΤΕ δεν μετακινούνται παρά μόνο αν έρθει το τέλος του κόσμου (Εγώ 4 χρόνια δεν έκανα ούτε μία βάρδια σε άλλο μαγαζί...). Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ήρθε η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα...

Αλλά όλα αυτά στην επόμενη, πανηγυρική και τελευταία συνέχεια της Μικρής προλεταριακής ιστορίας αγάπης και μίσους...




Καλοκαίρι του 2004. Μόλις έχω πιάσει δουλειά. Το φθινόπωρο που ακολούθησε, είχαμε βγάλει το πρώτο τεύχος του Κιβωτίου. Τότε είχαμε πει να έχουμε και μία σελίδα με εμπειρίες από τους χώρους δουλειάς, δικές μας ή και άλλων... Κάθομαι εγώ να γράψω ένα κειμενάκι αλλά μου βγαίνει πολύ λογοτεχνία. Κάπως έτσι γεννήθηκε η τελευταία σελίδα του περιοδικού με τον τίτλο No tears for the creatures of the night... Είναι σε λίγες γραμμές λογοτεχνικές εκδοχές συμβάντων στη δουλειά. Τα ξαναδιάβασα μετά από πολλά χρόνια τώρα και ένιωσα κάπως περίεργα. Τέλος πάντων. Ορίστε:

Τα αφιερώνω στο Θάνο, που μου τα θύμησε και που τα θυμότανε...
Και που θέλει δε θέλει, θέλω δε θέλω στο ίδιο καζάνι βράζουμε...

Από το πρώτο τεύχος:

Κλείνω την πόρτα πίσω μου, βγάζω τον καπνό από την τσέπη και στρίβω ένα τσιγάρο. Παχύ και απολαυστικό, το ανάβω, τραβάω την πρώτη τζούρα, κρατάω τον καπνό λίγο και ξεφυσάω με απόλαυση... Καρκίνος... Βρογχίτιδα... Χρόνια αναπνευστικά προβλήματα... Υπογονιμότητα... ΟΚ. Βλάπτει σοβαρά την υγεία... Τι δεν την βλάπτει; Το μεταλλικό νερό και τα βιολογικά; Μην πω τίποτα τώρα... Τι δηλαδή να μπούμε σε μια θερμοκοιτίδα και να βγούμε νεκροί; Καλύτερα στην φωτιά παρά στον πάγο... Ξεφυσάω άλλη μία τζούρα και την στέλνω έξω. Έξω... Σε πράσσινα λειβάδια με δροσερά ρυάκια και πλούσιες σκιές, σε έναν ήλιο που ζεσταίνει το πρωί και δροσίζει το απόγευμα, σε βροχές που πέφτουν με φόντο το ουράνιο τόξο και σε λουλουδια που χορεύουν με τις σταγόνες... Το Νόμπελ μου παρακαλώ... Έξω. Πλεονασμός. Καταρχήν είμαι κάτω. Ισόγειο. Άρα μόνο πάνω υπάρχει (και αυτό όχι εξαιτίας της κοινωνικής μου θέσης έτσι;). Πάνω λοιπόν υπάρχουν πολυκατοικίες δύο για την ακρίβεια, μία δεξία μία αριστερά... Στην μέση ένα κομμάτι του ουρανού, γκριζομπλε, κάτι σύννεφα, υποτίθεται ότι υπάρχουν πίσω από αυτό το γκριζομπλέ. Υποτίθεται.
Λοιπόν, που λέτε το έξω είναι πλεονασμός, καθότι έξω δεν υπάρχει. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει και απόδραση. Να αποδράσεις να πας που; Και να αποδράσεις πως; Είμαστε καλά κλεισμένοι μέσα. Είμαστε χωμένοι και όλη σχεδόν η διαφορά είναι η συνείδηση αυτού του χωσίματος. Ακόμα και να καταφέρεις να αποδράσεις αργά η γρήγορα, σκληρά ή απαλά πάλι μέσα θα γυρίσεις. Λέει, το 8ωρο είναι κόλαση αλλά μετά πάω και ζω στον κόσμο μου και στην φάση μου... ΟΚ. Αλλά το 8ωρο είναι το 1/3 της μέρας σου. Αν βγάλουμε και τον ύπνο (όπου και αυτός κόλαση μπορεί να είναι), σου μένει άλλο ένα τρίτο. Χωρίς πολλά πολλά (αν αφαιρέσουμε και τον υπόλοιπο νεκρό χρόνο) αν σου μείνουν 4 ώρες στο 24ωρο είναι ΟΚ; Πάς μακρία αυτές τις 4 ώρες, να ‘ρθω μαζί σου. Ή δεν θέλεις να βλέπεις κανέναν;
Γαμώτη μου. Έχω κάνει ήδη το μισό τσιγάρο. Καμία απολύτως μελαγχολία. Αλλάζω σκέψεις. Αλλά είναι κάπως δύσκολο. Κάνει ζέστη, είναι Αύγουστος και η πόλη είναι γεμάτη μπάτσους, εθελοντές και τουρίστες λες και ξέβρασε η θάλασσα όλα τα σκατά της, η άμπωτη της ταξικής πάλης. Σε αυτή την λαμπρή σκέψη μου χαμογελάω.
Το τσιγάρο κοντεύει να τελειώσει. Τρεις τέσσερεις τζούρες ακόμη... Καθώς ξεφυσάω τον καπνό κοιτάω προς τα πάνω... καλέ το Ζέπελιν (προσέξτε σας παρακαλώ το κεφαλαίο Ζ). Λοιπόν είναι αστείο. Μου θυμίζει κάτι φουσκωμένες καπότες στις ιστορίες του Edika, και έχει πλάκα έτσι όπως επιπλέει στον ουρανό. Η αλήθεια είναι ότι με κομπλαξάρει όμως. Νιώθω ότι πρέπει συνεχώς να είμαι όμορφος και ατσαλάκωτος, και βέβαια cool, σαν τον Καραμανλή όμως. Το απόλυτο cool. Όμως χτες το μεσημέρι που σχόλαγα και περπατούσα κάτω από τον ήλιο, ξαφνικά ο ουρανός σκοτεινιάζει, περιμένωντας να δω κάνα σύννεφο σηκώνω το κεφάλι μου. Αλλά ήταν αυτή η μαλακία... Τότε ήθελα να φάω όλες τις πινέζες του κόσμου, όλα τα καρφιά και όλες τις βελόνες και να τα φτύσω κατα πάνω του μήπως και σκάσει.
Το τσιγάρο τέλειωσε το πετάω στην λεκάνη και πατάω το καζανάκι. Βγαίνω έξω και πάω να συνεχίσω την δουλειά μου.
«Άργησες» λέει αυτή. «Έ, τι να κάνουμε...» απαντάω εγώ. «Κάπνισες;» ρωτάει αυτή. «Δεν βγαίναν αλλιώς» της λέω εγώ, μπροστά στους πελάτες. Και αυτή μένει να απορεί… Κάθομαι στην θέση μου και σκέφτομαι τα καρφιά και τις βελόνες. Χωρίς απολύτως καμία μελαγχολία. No tears for the creatures of the night…

Από το δεύτερο:

Η ώρα είναι 7:30 και μόλις έχω μπει στο τραίνο. Το βαγόνι γεμάτο, αλλά όχι ασφυκτικά. Από την αρχή που είχα έρθει σε αυτή την πόλη το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση είναι ότι κανένας δεν κοιτάει κανέναν στο δρόμο, ή στα «μέσα μαζικής μεταφοράς». Βάζουν όλοι το κεφάλι κάτω και πάνε… Το που πάνε είναι άλλη κουβέντα. Το μισό θέμα είναι που πάνε, το άλλο μισό θέμα είναι πως πάνε και το όλο θέμα είναι γιατί πάνε. Εγώ μεγάλωσα σε μία μικρή πόλη, στην περιβόητη ελληνική επαρχία, εκεί τουλάχιστον οι άνθρωποι κοιτάνε άλλους ανθρώπους στο δρόμο. Αυτό το αντανακλαστικό μου έχει μείνει λοιπόν, και κοιτάω τον κόσμο…
Οι άνθρωποι στα τραίνα στις 7:30 είναι οι πιο θλιμμένοι άνθρωποι που έχω δει ποτέ στην ζωή μου. Δεν είναι η θλίψη ή συντριβή ενός απότομου τραγικού γεγονότος που αλλάζει τον μικρόκοσμο σου. Είναι η θλίψη και η συντριβή μίας τραγικής καθημερινότητας. Φρεσκοβαμμένα γυναικεία πρόσωπα, με τα μάτια ήδη τόσο κουρασμένα, αξύριστα μελαμψά πρόσωπα με τα ρούχα και τα χέρια να λένε τη δουλειά κάνουν, τύποι στα κουστούμια τους και στους δερμάτινους φακέλους τους, φοιτητές με κάτι ανακατεμένα βιβλία στην τσάντα και ανακατεμένα μαλλιά… Όλοι με κάτι μούτρα μέχρι κάτω να λένε από μέσα τους: «Γαμώ την παναγία μου, που στο διάολο πάω;» Ορισμένα πρωινά αυτές οι σκέψεις μου φέρνουν ένα χαμόγελο. Άλλα δεν έχω την δύναμη καν να χαμογελάσω. Θα πω μόνο: «Τι σκατόφατσες είναι αυτοί;», αλλά θα δω την φάτσα μου στο γυαλί της πόρτας και θα ξαναπώ: «Σιγά ρε μαλάκα, μήπως η δικιά σου είναι καλύτερη;»
Τα τραίνα το πρωί είναι πολύ πακέτο. Ακόμα και στην σπάνια περίπτωση που θα σηκωθώ με λίγο καλή διάθεση, μόλις μπω εκεί μέσα με πιάνει μία θλίψη μία μελαγχολία, μία μαυρίλα στην ψυχή ρε παιδί μου άλλο πράγμα. Ώσπου ένα πρωί που είχα πραγματικά καλή διάθεση, και επειδή ήθελα να την κρατήσω αυτή την γαμημένη, στο πρώτο βλέμμα που έριξα γύρω μου σταμάτησα. Κατέβασα το κεφάλι μου κάτω. Δεν κοίταζα κανέναν, κοίταζα πάνω τους αρμούς σύνδεσης της κολώνας με την οροφή του βαγονιού, και το πλαστικό του τζαμιού, και διάβασα άλλη μία φορά όλα τα προειδοποιητικά σηματάκια. Κράτησα την καλή μου διάθεση, αλλά κατέβασα και απέστρεψα το βλέμμα μου.
Αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζω τα πρωινά στα τραίνα. Να κρατήσω την καλή μου διάθεση, ή να κρατήσω το βλέμμα μου. Το πρόβλημα δεν είναι ακαδημαικό, είναι ένα καθημερινό μου πρόβλημα: θα συνεχίσω να κοιτάω τους ανθρώπους άσχετα με την ψυχική μου φθορά; Ή θα σκύβω το βλέμμα μου μπροστά τους; Διάλεξα να πολεμήσω το βλέμμα μου και να συνεχίσω να κοιτάω τους ανθρώπους. Διάλεξα η ψυχική μου κατάσταση να μπορεί να αντέξει, αν δεν μπορέσει υπάρχουν ένα σωρό ιδρύματα.
Όταν μπαίνω στο τραίνο στις 7:30 πια δεν κοιτάω ούτε τους αρμούς της κολώνας ούτε τα τζάμια. Έχω τα μάτια μου στο ύψος όλων των υπόλοιπων ματιών. Δεν κέρδισα ούτε έχασα κάτι μέχρι στιγμής, ίσως μόνο να κέρδισα λίγο θάρρος και μία διαπίστωση, κανένα δάκρυ για τα πλάσματα της νύχτας. Γιατί πλάσμα της νύχτας είναι όποιος σηκώνεται στις 6:30 να πάει για δουλειά.

Από το τρίτο:

Μπιπ, μπιπ, μπιιπ, μπιουπ, μπιαπ. Armed. You may exit now. Καλά... θα την έκανα και νωρίτερα αν γινόταν, αλλά δεν... ακόμα... Τέλος πάντων. Αναφορά: 8:32, «οπλίζω» τον συνεγερμό του καταστήματος 073, και σχολάω. Στέκομαι έξω από το μαγαζί, φτιάχνω ένα τσιγάρο, αποχαιρετώ την συνάδελφο, ανάβω το τσιγάρο. Τραβάω μία τζούρα και τραβάω προς τα κάτω. Όπως στις ταινίες.
Είμαι μία ακούραστη σάρκινη μηχανή. Κάθε μέρα περνάν από τα χέρια μου 200 κιβώτια και εγώ τα βάζω στην θέση τους. Πιο γρήγορος και από την σκιά μου. Όσο χαμηλό ή όσο ψηλό και αν είναι το ράφι για μένα δεν έχει σημασία: με ακρίβεια χειρουργικού χτυπήματος θα μπει το κάθε κιβώτιο στην σωστή του θέση. Θα έρθει μία μέρα, όπου θα μπω στο μαγαζί, θα με περιμένουν 80 καρότσια γεμάτα ως πάνω με μακαρόνια, ρύζια, τοματοπολτούς, απορρυπάντικα για κάθε λεκέ και κάθε ενοχή, γάλατα, κόλες και κόκες, και εγώ πια, με κάτι μπράτσα σαν του Χουλκ, θα πιάνω τα κιβώτια με το ένα χέρι το καθένα και ένα με τα δόντια μου και θα τα βάζω στην θέση τους. Θα βγάζω άναρθρες κραυγές και όλοι οι πελάτες θα με φοβούνται και δεν θα με ρωτάνε ηλίθιες ερωτήσεις, που διασαλεύουν την πνευματική μου ηρεμία. Και όταν θα θυμώνω δεν θα χρειάζεται να συζητάω τίποτα. Θα εκτοξέυω ψηλά στον ουρανό ένα κιβώτιο (γάλατα εννοείται έτσι;) το οποίο θα εντοπίζει και θα πετυχαίνει right between the eyes τον πιο ηλίθιο κάθε φορά μάνατζερ. Ένα είδος κοινωνικού ελέγχου. Ακριβώς όπως στις ταινίες.
Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον δεν θα μ’ άρεσε κάτι τέτοιο, -πάντα μου άρεσαν οι πιο εκλεπτυσμένοι ήρωες. Θα αναπτύξω λοιπόν την τέχνη του κοπιδιού. Έτσι δεν ξεκίνησαν και οι μεγάλες παραδόσεις των πολεμικών τεχνικών των σαμουράι; Θα κόβω λοιπόν με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα τα χαρτοκιβώτια, στα κατάλληλα σημεία χωρίς να καταστρέφω το εμπόρευμα. Σωστό μήκος λάμας ανάλογα με την σκληρότητα του χαρτονιού, σωστά σημεία... Τρεις κινήσεις, και το κιβώτιο είναι έτοιμο. Κομμένο, να δείχνει το λαμπερό περιεχόμενο του σαν ξεκοιλιασμένη γάτα στην άσφαλτο μέσα Αυγούστου. Κάποια στιγμή θα κόβω και με τα δύο χέρια, ένα κοπίδι στο κάθε χέρι. Θα επιτίθεμαι στα καρότσια και χωρίς να μετακινώ τα κιβώτια θα τα κόβω εκεί που χρειάζεται να κοπούν. Αναγκαστικά και λόγο της φυσικής επιλογής θα μου φυτρώσουν και άλλα χέρια, θα γίνω ο Εκατόγχειρας Με Τους Χαρτοκόπτες. Θα είμαι κίνδυνος θάνατος για οποιαδήποτε επιφάνεια χαρτονιού. Και όταν θα θυμώνω θα επιτίθεμαι με μανία στους μάνατζερ και θα φτιάχνω θαυμάσιες μπριζόλες από αυτά τα γουρούνια. Just like the movies.
Είμαι ο ακούραστος μαχητής, είμαι μία μηχανή θανάτου, είμαι ο μάγος των κιβωτίων και ο μύστης των πτυχών των διπλώσεων τους. Είμαι μία απρόσωπη διεκπαραίωση ενός υψηλού καθήκοντος, είμαι μία σιωπηλή μηχανή ανεφοδιασμού των ραφιών.
Είμαι ο σοφός δάσκαλος του ζεν, που με την πείρα αιώνων γνωρίζω κάθε μυστικό και απόκρυφο σημείο του μαγαζιού, που με την απέραντη υπομονή μου μπορώ να καθοδηγώ ανθρώπους –κάθε νοητικής ηλικίας- να βρουν το αντικείμενο του πόθου τους, που είμαι ένα μικρό πανοπτικόν που όλα τα βλέπει και όλα τα ξέρει: πόσες ντομάτες α’ και β’ διαλογής έχει το βασίλειο μου, πόσα μακαρόνια και πόσες άμμους για γάτες, είμαι ο δίκαιος με τους ευγενικούς «Συγγνώμη θα μπορούσατε να μου πείτε που είναι το αποσκληρυντικό πλυντηρίου; Στα απορρυπαντικά κυρία μου», και σκληρός με τους αδίκους «Μα που είναι το ζαχαρούχο γάλα; Μα φυσικά στα γάλατα». Είμαι ένας σοφός δάσκαλος καθότι ξέρω ότι όλα θα τελειώσουν είτε στον βρυχηθμό που κάνει το καζανάκι, είτε στο ουρλιαχτό του απορριματοφόρου στις πεντέμιση το πρωί.
Είμαι ένα πλάσμα του σκοταδιού. Κινούμαι αθόρυβα, όταν όλοι κοιμούνται, δουλεύω ακατάπαυστα, όταν όλοι ξεκουράζονται. Κατέχω τις τέχνες του φωτός και τις τέχνες του σκότους. Ξέρω άδυτα μυστικά. Είμαι ένα πλάσμα της νύχτας και δεν γουστάρω να κλαίει κανένας για μένα.
Είμαι ένας πολύ τσαντισμένος πωλητής ταμίας super market.

Από το τέταρτο:

Πρωί. 10 πάει 11 είμαι στην δουλειά, γεμίζω ράφια με μαρμελάδες και βαριέμαι την ζωή μου, αυτή, την επόμενη και την προηγούμενη μαζί. Νομίζω ότι ο χρόνος έχει παγώσει, μέχρι να πιάσω το κάθε βάζο νομίζω ότι περνάνε 576 χρόνια, σε κάθε κίνηση αντιστοιχεί και από μία δεκαετία. Βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι… Η προοπτική του να γεμίσω το ράφι μου φαίνεται σαν να πρέπει να ανέβω το Έβερεστ με το ένα πόδι… Έχω ακόμα 7 δίσκους βάζα, κεράσι, βερίκοκο, ροδάκινο, φράουλα… έχω βάλει τα 2 εδώ και 10 λεπτά… Στο τέλος με βλέπω με καμπούρα, μπαστούνι, και μία γενειάδα 4 μέτρα να βάζω το τελευταίο βάζο στο ράφι, να μπαίνω στο βιβλίο Γκίνες σαν ο άνθρωπος που έκανε 3 εκατομμύρια χρόνια να βάλει 9 δίσκους βάζα στο ράφι… Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω πραγματικά τον χρόνο να περνάει από πάνω μου, να γλύφει με μία γλώσσα γεμάτη αγκάθια κάθε μυ του κορμιού μου, να αγκαλιάζει με τα καυτά του μπράτσα κάθε μου σκέψη και να τρυπάει τα πόδια μου με ξύλινα σουβλιά.
Θέλω να σταματήσω, να παγώσει ο χρόνος 5 λεπτά, τα βάζα να μην πρέπει να μπουν στην θέση τους, και εγώ να μην πρέπει να τα βάλω. Να μην χρειάζεται κανένα βάζο να μπει στο ράφι του… Αλλά όλα αυτά είναι μόνο και σκέτα μαλακισμένες σκέψεις. Ο χρόνος δεν παγώνει, τα βάζα είναι εκεί, εγώ είμαι εκεί, και η όμορφη και εφήμερη σχέση μας αναμένεται να κρατήσει 23 δευτερόλεπτα είναι επίσης εκεί, ακόμα πιο ακλόνητη και από μένα και από τα βάζα. Ξαφνικά όμως σταματάω, και κοιτάω τους δίσκους με τα βάζα, τα κοιτάζω και στέκομαι νικημένος μπροστά τους… Νικήσατε γαμημένα, θα σας βάλω στο ράφι… Να ησυχάσω και εγώ, να βρείτε και εσείς επιτέλους τον προορισμό μας σε αυτή την ζωή.
Συνεχίζω με τις ίδιες αργές κινήσεις να γεμίζω το ράφι και σκέφτομαι από πού μπορεί να έχει έρθει αυτό το βάζω με μαρμελάδα, πόσο δρόμο έχει κάνει, πόσοι άνθρωποι έχουν κουραστεί και έχουν σιχτιρίσει για να το βάζω εγώ εδώ σε αυτό το ράφι; Πόσο πήρε ο καθένας μας σε αυτή την τεράστια αλυσίδα από το 1.43 που θα πληρώσει ο πελάτης για αυτό το βάζο; Αλίμονο ούτε 0.01 στον καθένα δεν πρέπει να βγαίνει… Αλλοτρίωση και μαλακίες…
Ξαφνικά τσαντίζομαι, αλλά είμαι πολύ τσαντισμένος, νιώθω να βράζω, κάνω μία έτσι και πλαφτς να σου ένα βάζο με μέλι σκάει στο πάτωμα… Σημασία δεν έχει η πτώση αλλά η πρόσκρουση και τέτοια… Το μέλι ανακατεμένο με γυαλιά απλώνεται μεγαλειωδώς στο πάτωμα. Είμαι πια έτοιμος να σπάσω ένα ακόμα ρεκόρ… Ο άνθρωπος που έκανε 679 χρόνια να μαζέψει ένα σπασμένο βάζο με μέλι… Σήμερα προβλέπω να γίνομαι διάσημος…
Αρχίζει η επιχείρηση… Νερά, χλωρίνες, χαρτιά, σφουγγαρίστρες, φωνές στους πελάτες να μην πλησιάζουν γιατί θα χτυπήσουν!!! (και καλά… η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως πάνε μαστουρωμένοι από ράφι σε ράφι δεν βλέπουν ούτε που πατούν ούτε που πηγαίνουν θα πατήσουν τα μέλια και θα κάνουν το μαγαζί μπουρδέλο)… Πήγε καλές 11 μέχρι να μαζέψω το μέλι… Μία ώρα για 9 δίσκους μαρμελάδες νομίζω ότι είναι και γαμώ τις παραγωγικότητες… Σταχανοβίτης σκέτος…
Εκείνη την μέρα, έδωσα ρεσιτάλ, έκανα το μαγαζί μπουρδέλο, έκοψα ένα μπουκάλι αραβοσιτέλαιο που έτρεξε από τα ράφι τρία ράφια πιο κάτω και τα έκανε όλα χάλια (τρία τέταρτα να τα καθαρίσεις), μου «πέσανε» 2 κιβώτια κρασί, έσπασα και ένα κιβώτιο αυγά… τα γάμησα όλα…
Τέλος πάντων 4 ώρες φόρτωνα, 4 καθάριζα… Στο τέλος βρώμαγα και εγώ τα πάντα… Αλλά μία ικανοποίηση όταν σχόλασα την ένιωθα. Δεν έγινε και τίποτα βέβαια, αύριο πάλι εδώ θα ‘μαι, με τα βάζα να περιμένουν. Αλλά μαθαίνω, από τότε όλο και πιο συχνά διάφορα εμπορεύματα υποκύπτουν στους νόμους της βαρύτητας και οι φίλες μου οι κατσαρίδες κάνουν τρελά τσιμπούσια.
Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω παντοδύναμος, νιώθω από τα χέρια μου να ρέει η μαγική δύναμη της βαρύτητας, αγγίζω ράφια και αυτά πέφτουν στο πάτωμα. Παλφτς οι μαγιονέζες, στρατκς τα αυγά, ζμουφ τα γιαούρτια, γκλουκτς τα κρασιά, πφςςςς τα αναψυκτικά (τα αγαπημένα μου, το ανθρακικό εκτινάζεται και πετυχαίνεις και πελάτη μαζί…). Μπουρδέλο ρε θα το κάνω το κωλομάγαζο σας άμα θέλω…
Χαμογελάω, ξέρω ότι δεν έγινε και τίποτα τρομερό, αλλά τι θα την η ζωή χωρίς αυτές τις μικρές τις απολαύσεις; Πως θα έβγαινε το οχτάωρο; Πως θα πέφτανε τα φράγκα στο τέλος του μήνα; Πως θα μπορούσαν οι αγαπημένοι μου πελάτες να ψωνίζουν αφειδώς χαρτομάντιλα για τα μαύρα δάκρυα που χύνουν για τα πλάσματα της νύχτας;

Υ.Γ.: Η στήλη θέλει να εκφράσει την ταξική της αλληλεγγύη στην συνάδελφο, η οποία δέχτηκε την αήθη επίθεση δημοσιογραφίσκων επειδή δήλωσε «ότι δεν ξέρει» όταν δημοσιογράφος με πολιτικά την ρώτησε για την προέλευση του τυποποιημένου ψωμιού. Να πάτε μαλάκες να ρωτήσετε τον Καραμολέγκο και τον Κατσέλη.

Από το πέμπτο:

Ήταν μία μέρα όπως όλες οι άλλες στην δουλειά. Ήμουν απογευματινή βάρδια και έβαζα κοκα κόλες στο ράφι. Ξέρετε εκείνα τα πακέτα με 6 μέσα που μία σε κάθε χέρι μετατρέπει ακόμα και τον τελευταίο υπάλληλο σε φονική μηχανή. Δεν θα σας πω όμως τώρα την ιστορία με τους 8 νεκρούς πελάτες που φυλάω στην κατάψυξη…
Τέλος πάντων, εκεί που με σχετικά χαρούμενη διάθεση τραγουδούσα το “No doves fly here”, καθώς σήκωνα κάτι 6αδες από το ράφι παρατήρησα κίνηση εντός τους. Και ως γνωστόν κίνηση σημαίνει ζωή. Γρήγορα αφυπνίστηκε το επιστημονικό μου ενδιαφέρον. «Ζωή στις 6άδες της κόκα κόλα!!!». Αφού πήρα όλα τα προστατευτικά μέτρα για αυτή την στενή επαφή τρίτου τύπου, τοποθέτησα μία 6αδα στο έδαφος και την κλώτσησα… Ξαφνικά καμία 20αριά κατσαριδόπουλα άρχισαν να απομακρύνονται προς πάσα κατεύθυνση. Η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα. Θα θελα κάτι σε πιο θρίλερ και σε πιο σπλάτερ. Ξανάβαλα την 6αδα στο ράφι, και βρήκα ευκαιρία να ειδοποιήσω τους ανωτέρους μου για το μεγάλο πρόβλημα που ενέσκηψε στην φυσιολογική λειτουργία του καταστήματος. Αφού ακολούθησα πιστά τους κανόνες της ιεραρχίας, πήρα δηλ. 3 τηλέφωνα πριν πάρω εκεί που ήξερα ότι έπρεπε να πάρω από την αρχή, έχω ανοιχτή γραμμή με την τεχνική υπηρεσία της εταιρείας.
«Ναι καλησπέρα, τηλεφωνώ από το τάδε κατάστημα. Πήρα να σας πω ότι έχουμε μεγάλο πρόβλημα με τις κατσαρίδες.»
«Ωραία και ‘γω τι θέλετε να κάνω;» λέει ο τεχνικός της εταιρείας…
«Κάποιος πρέπει να κάνει κάτι…» απαντάω εγώ ο πανέξυπνος.
«Κοιτάξτε κύριε, δεν είναι τεχνικό το πρόβλημα.» ανταπαντά ο τεχνοκράτης από την άλλη γραμμή. «Και συνεχίζει «είναι πρόβλημα καθαριότητας του καταστήματος, ρίξτε κατσαριδοκτόνο και να καθαρίζετε καλύτερα…»
Μάλιστα, ένα νέο καθήκον μου ανατίθεται στον κόσμο της θαυμαστής εταιρείας μου. Αυτό του απολυμαντή. Πάω να κάνω ένα τσιγάρο να το σκεφτώ το πράγμα. Καθώς κάνω το τσιγάρο καταλήγω στο αποφασιστικό και τελικά πολιτικό μου συμπέρασμα: Ο ρόλος του απολυμαντή είναι αντιδραστικός εφόσον λειτουργεί σαν πυκνωτής του κυρίαρχου αισθήματος της αποστείρωσης και επικωδικώνει τον κυρίαρχο λόγο για το σώμα και το φύλο. Ε λοιπόν όχι, ως εδώ! Ξαναπήγα στο ράφι να έρθω σε μία δεύτερη επαφή με το πρόβλημα. Καθώς κοίταζα τα κατσαριδόπουλα να κάνουν βόλτες γύρω-γύρω από τις 6άδες, συνειδητοποίησα τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους δεν θα μπω στο ρόλο του απολυμαντή: θα ήταν σαν να σκότωνα την μόνη έκφραση της φύσης σε αυτό το γκέτο της αλλοτρίωσης και του εμπορεύματος. Σε σχέση με ότι άλλο ζωντανό κινούνταν σε αυτό τον χώρο, εργαζόμενοι και καταναλωτές, οι κατσαρίδες ήταν εκ του μακρόθεν το πιο ζωντανό πλάσμα.
Ξαφνικά όμως χτυπάει ο τηλέφωνο και με διακόπτει από αυτές μου τις σκέψεις. Ήταν η προϊσταμένη μου, και πήρε για να μου εξειδικεύσει το καθήκον της εξολόθρευσης των κατσαρίδων, η οποία βέβαια συνάντησε την σθεναρή μου αντίσταση.
Ναι μωρή, ανάμεσα στα άλλα θα γίνω και ο Δαμαστής Των Κατσαρίδων. Τη μέρα δεν θα τις αφήνω να κυκλοφορούν, και το βράδυ θα κυκλοφορούν σε ειδικά ελεγχόμενους χώρους. Θα με υπακούν και εγώ θα τις σέβομαι. Τι λέτε ρε;
Ταυτόχρονα όμως και μέσα από την άρνηση αυτή μου βγήκε η θετικότητα. Γιατί όχι όλα τα ζωντανά πλάσματα να μην ενωθούν εναντίον του κοινού εχθρού. Οι κατσαρίδες να γίνουν λίγο άνθρωποι, και εγώ λίγο σαν τις κατσαρίδες. Οι κατσαρίδες να μιλάνε στους πελάτες και να τους λένε: «Μην αγοράζετε το σπίτι μου, έχω μέσα τα 236 νεογέννητα κατσαριδόπουλα μου, μην είστε κακός άνθρωπος.» Ή «Μην ψωνίζετε αυτά τα μπισκότα είναι χάλια, τα έφαγαν οι διπλανοί που μένουν μέσα στα κουλούρια και ψόφησαν.» Ή «Όχι, μη αυτά τα μακαρόνια!!! Είναι ο οικογενειακός μας τάφος εκεί.»
Αργά ή γρήγορα όμως θα έρθει η στιγμή της τελικής σύγκρουσης, λόγω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κλπ. (ο Μαρξ τα λέει αυτά όχι εγώ έτσι;). Ξάφνου θα ανέβω πάνω σε μία ραφιέρα, ο δυνατός αέρας θα κυματίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά μου και τις τεράστιες μαύρες κεραίες μου, θα ανοίξω τα 8 κατσαριδένια ποδια μου θα υψώσω και τα μαύρα μου φτερά και θα δώσω την εναρκτήρια κραυγή της σύγκρουσης. Αμέσως, χιλιάδες κατσαρίδες θα επιτεθούν στους τρομοκρατημένους πελάτες θα τους τρώνε τα μάτια και ότι ψώνια έχουν κάνει, και εγώ θα γυρνάω σαν Άγγελος του Ελέους να τους δίνω το χαριστικό χτύπημα, θα τους ξεσκίζω στα δύο για να γλιτώσουν από τον ατέλειωτο πόνο ενώ γιαούρτι, κωλόχαρτα, γατοτροφές και κρουασάν θα ξεχύνονται από τα σωθικά τους. Σύντομα το μαγαζί θα μετατραπεί σε σφαγείο. Οι πελάτες θα έχουν νικηθεί κατά κράτος. Τα σωριασμένα τους πτώματα θα τα κάνουμε σωρό να τα κάψουμε, ενώ από απέξω από το μαγαζί θα έχουν μαζευτεί τα κανάλια και πολύς κόσμος που θα κλαίνε απαρηγόρητοι.
Εμείς θα βάλουμε τέρμα το No tears for the creatures of the night, και θα κάνουμε πάρτι αλληλεγγύης.



Και από το τελευταίο τεύχος:

Έχουν αρχίσει οι πρώτες ζέστες και όλα έχουν αρχίσει να δουλεύουν λιγότερο στην δουλειά. Με πρώτους από όλους εμάς τους λαμπρούς και δοξασμένους υπαλλήλους της πολυχρονεμένης μας εταιρείας. Στην συνέχεια με γεωμετρική πρόοδο αρχίζουν να χαλάνε και τα μηχανήματα.
Η αρχή γίνεται με τα aircondition γύρω στη 1 το μεσημέρι, έξω 37 και εμείς μέσα να τρέχουμε και να κουβαλάμε –υποτίθεται έτσι; Στην συνέχεια αρχίζει να πέφτει συνέχεια μία ασφάλεια από την κατάψυξη με τα ψάρια –ο απόλυτος εφιάλτης: να πρέπει να μαζέψεις τα αποψυγμένα ψάρια μίας χαλασμένης κατάψυξης. Κάθε 10 λεπτά κλατς κάτω η ασφάλεια, και εγώ εννοείται από κοντά να την σηκώνω. Η ώρα έχει πάει 3 και η κατάψυξη δεν λέει να συνέλθει. Η εντολή από πάνω είναι σαφής: “Όπως μεταφέρεται το περιεχόμενον των προβληματικών καταψύξεων εις τας εναπομείνουσας λειτουργούσες καταψύξεις”. Και είμαστε τώρα 2 άτομα να πετάμε -κυριολεκτικά- τα ψάρια από το ένα ψυγείο στο άλλο. Μία πελάτισσα μας κάνει την παρατήρηση αν είναι σωστό αυτό που κάνουμε. Όχι της απαντάει η άλλη κοπέλα και εμείς συνεχίζουμε να παίζουμε με τα ψάρια νιώθοντας σαν ψαράδες πάνω σε ένα καΐκι στην δροσερή θάλασσα του Αιγαίου. Αφού τελειώνουμε πάμε να κάνουμε ένα δύο τσιγάρα να ξεπεράσουμε το σοκ της έντονης εργασίας…
Μπα! Που τέτοια τύχη! Στο δεύτερο τσιγάρο, γκλατς πέφτουν τα φώτα! Διακοπή ρεύματος! Εγώ και η άλλη κοπέλα (που έχουμε κάνει ένα θαυμάσιο ντουέτο) βγαίνουμε από τα αποδυτήρια και φωνάζουμε στους πελάτες να βγουν έξω με ένα προσποιητό ύφος πανικού λες και χτυπήσαμε πάνω σε παγόβουνο και θα βουλιάξουμε. Αφού βγάλουμε έξω τους πελάτες καθόμαστε να κάνουμε άλλο ένα τσιγάρο, και οι τρεις μας πια… Μπα! Η τύχη μας σήμερα είναι κυκλοθυμική! Γκλατστσα, έρχεται το ρεύμα… Ε ρε την τύχη μας σήμερα! Δεν γαμιέται λέμε, στα μουνιά μας και στον πούτσο μας. Σβήνουμε τα φώτα από τον πίνακα, και καθόμαστε και κάνα τέταρτο να κάνουμε με την ησυχία μας κάνα τσιγάρο… Τον καρκίνο θα βγάλουμε σήμερα…
Τέλος πάντων ανοίγουμε πάλι το μαγαζί, και ο Εκατόγχειρας Θεός Των Χαμάληδων μας χαρίζει κάνα 2ωρο ομαλής εργασιακής δραστηριότητας. Φυσικά έχουμε λιώσει από την ζέστη…
Η ώρα έχει πάει 6 και ξαφνικά διαπιστώνω ότι οι συντηρήσεις έχουν σταματήσει να δουλεύουν, 10 μέτρα φορτωμένα ψυγεία! Αν ήμουνα ρομπότ θα είχα κρεμάσει τα μηχανικά μου χέρια και το κεφάλι θα είχε γείρει προς τα πίσω βγάζοντας καπνούς.
Κάνω το μοιραίο και τραγικό λάθος, σε μία κρίση συνεπούς υπαλλήλου, να ενημερώσω την εταιρεία μου. Μεγάλη μαλακία. Γιατί φυσικά σιγά μην στέλνανε ψυκτικό στις 6 το απόγευμα… Ε, μου λέει ο επόπτης μου άδειασε την και βάλτην στην πάνω συντήρηση. Ε του λέω να τα αφήσουμε μήπως φτιάξει μόνο του το ψυγείο! (Μην γελάτε δεν είναι για γέλια! Έχει συμβεί και αυτό!) Όχι μου κάνει! Ευτυχώς είμαστε 3 άτομα και το απόγευμα, και έτσι μαζί με την άλλη κοπέλα αδειάζουμε τα ψυγεία, τα βάζουμε σε κιβώτια και στην συνέχεια και τα φορτώνουμε σε αυτό που ονομάζεται «ημιπαλέτα» (!!!) και δεν είναι κάτι άλλο από εκείνο το τετράγωνο σιδερένιο πράγμα με ρόδες.
Αφού λοιπόν τα αδειάζουμε και τελειώνουμε κατά τις 8 παρά, πάμε να τα βάλουμε στην πάνω συντήρηση, η οποία χωράει τρία τέτοια καρότσια. Παρένθεση: για να μπουν τα καρότσια στο θάλαμο της συντήρησης έχουν μία μικρή μπάρα με κλίση 30ο, και όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο τεχνικός ασφαλείας εδώ και 2 χρόνια που έρχεται κάθε 1η του μήνα, οφείλει η εταιρεία να την αλλάξει γιατί οι προδιαγραφές δίνουν μέχρι 10ο το πολύ κλίση… Βάζουμε λοιπόν το πρώτο εύκολα, βάζουμε και το δεύτερο σχετικά πιο δύσκολα (ξέρει κανείς τι σημαίνει να κουμαντάρεις με όλο σου το σώμα 200-300 κιλά πάνω σε ρόδες;). Η άλλη κοπέλα κάνει τον οδηγό –γιατί και η πόρτα είναι στενή- και εγώ σπρώχνω. Έχω βάλει λοιπόν 2 καρότσια και έχω κλάσει μέντες, μου έχει βγει η κωλοτρυπίδα στο στόμα, έχουν χεστεί τα αυτιά μου και άλλα τέτοια ωραία. Πάω λοιπόν να σπρώξω και το τρίτο το οποίο όμως είναι κακοφορτωμένο, έχει χαμηλά ελαφριά πράγματα και τα βαριά από πάνω. Τέλος πάντων σπρώχνω μία, τίποτα, σπρώχνω δύο τίποτα, σπρώχνω τρεις, τέσσερις, πέντε… Τα έχω δει όλα, έχω κλάσει 3 στρέμματα λάχανα, έχω δει το Χριστό Βιετκόγκ και τον απόστολο Πάυλο Ερυθρό Χμερ. Σταματάω και κοιτάω το καρότσι, με ύφος σουπερμακετίστα Κλιντ Ίστγουντ -ο καλός ο κακός και το καρότσι… Έχω πάρει που λέτε τώρα φορά, έχω φορτώσει σε μία τελική αναμέτρηση εμού και του καροτσιού. Σπρώχνω, ξανασπρώχνω αλλά φυσικά τίποτα, από την άλλη το κέντρο βάρους είναι σχετικά ψηλά, εγώ αφήνω όλη την τεράστια μυϊκή μου δύναμη να εκλυθεί, βγάζω και την κραυγή του θανάτου και γκλατς σκάει το καρόιτσι κάτω. Σε ένα πανέμορφο θέαμα. Βούτυρα πολτοποιημένα, γιαούρτια χυμένα, γάρο από τις φέτες να απλώνεται στο πάτωμα, χυμοί ανανά, μπανάνας, και αγγουριού να δημιουργούν πολύπλοκα ψυχεδελικά σχέδια… Όλα αυτά σε συνδυασμό με την έκλυση τεραστίων ποσοτήτων αδρεναλίνης στο αίμα μου δημιούργησαν μία καθαρά θρησκευτική εμπειρία! Ο θεός υπάρχει και θα αναδυθεί μέσα από τα χυμένα και καταστρεμμένα τυριά, γιαούρτια και βούτυρα, όπως η Αφροδίτη του Μποτιτσέλι αναδύθηκε μέσα από τους αφρούς της θάλασσας.
Αφού ξενέρωσα έκατσα να συλλογιστώ την κατάσταση. Καθόλου ευοίωνη… Σε μία ώρα φεύγω, και φυσικά ούτε λόγος να κάτσω έστω και 1 λεπτό παραπάνω για να μαζεύω τις μαλακίες από το πάτωμα, από την άλλη είναι μεγάλη μαλακία να τα φορτωθεί η άλλη κοπέλα με το που θα σκάσει για δουλειά το πρωί.
Έτσι χιμάω στο σωρό των προϊόντων και αρχίζω να τα πετάω όπως βρω μέσα στην συντήρηση, όταν λέμε πετάω εννοώ πετάω. Έκανα κανονική προπόνηση στο γιαούρτωμα, όχι μαλακίες. Φέτες πετούσαν στον αέρα σφυρίζοντας, γιαούρτια έφτιαχναν έναν όμορφο άσπρο ουρανό, και το γάρο από τις φέτες έριχνε τις δροσερές σταγόνες του πάνω στο ιδρωμένο και σφιχτό προλεταριακό μου κορμί. Τα έχω βάλει σε ένα τέταρτο και έκανα ένα μήνα να ξενερώσω!!!
Από τότε τα γιαούρτια, οι φέτες και τα βούτυρα δεν είναι εμπορεύματα, δεν είναι δουλειά, δεν είναι σιχτίρισμα. Είναι ηδονή! Είναι δημιουργία! Είναι τα συνθετικά μέρη ενός κόσμου που ακόμα δεν έχει φτιαχτεί! Από τότε τα γιαούρτια τα βλέπω σχεδόν ερωτικά! Για αυτό να κοιτάτε πάντα καλά τους υπαλλήλους των super market στα μάτια, και αν δείτε καμία περίεργη γυαλάδα στο μάτι, από εκεί να αγοράσετε μόνο κονσέρβες!

Time has come today...

Μετά από καρποφόρες προσπάθειες οι οποίες κράτησαν έναν σχεδόν χειμώνα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Από αυτή τη στιγμή και πέρα ένα νούμερο της ΕΣΥΕ φεύγει από τους εργαζόμενους και πάει στους άνεργους. Μετά από 4,5 συναπτά έτη κουβαλήματος κιβωτίων, θα περάσω ένα καλοκαίρι στις παραλίες προσπαθώντας να διώξω από κάθε εκατοστό του κορμιού μου την ΚΟΥΡΑΣΗ. Κλείνοντας και φεύγοντας από αυτή τη δουλειά, όντας ένας χαρούμενος απολυμένος υπάλληλος νιώθω ότι έχω να πω τόσα πολλά μα τόσα πολλά... Τέλος πάντων. Ορίστε τα μισά από όλα όσα έχω να πω. Από ένα δίσκο που δεν έχει φύγει από τα αυτιά μου ένα χρόνο και που με ευλαβική προσοχή έχω ακούσει επανειλλημένως στο δρόμο για τη δουλειά. Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έχει τέτοια όρεξη για δουλειά να μην είναι αποδοτικός;



Είμαστε στον Ιούλη του 2007. Έχω αποφασίσει να σταματήσω την όλη μανούρα. Και έχω αποφασίσει να αλλάξω εντελώς την στάση μου μέσα στη δουλειά. Όχι βέβαια σε σχέση με τις συναδέλφους μου, αλλά όσον αφορά τους ανωτέρους μου. Πια, ας πούμε δεν θα παίρνω πάνω από ένα (1) τηλέφωνο για κάθε πρόβλημα, και κυρίως πια δεν πρόκειται να χολοσκάσω πάνω στη δουλειά. Στο κάτω κάτω της γραφής έκανα ότι έκανα όλον τον Ιούνη και δεν με απολύσανε. Ως εκ τούτου ό,τι μαλακία και να κάνω πάνω στη δουλειά, το πολύ πολύ να μου την πούνε. Σιγά, θα πέσει γείωση από ουρανοξύστη. Εν ολίγοις αποφασίζουμε όλοι εκεί να χαλαρώσουμε πολύ στο θέμα της δουλειάς. Να πάνε να γαμηθούνε αυτοί και τα μαγαζιά τους. Να φέρω ένα παράδειγμα. Παλιότερα αν χαλούσε μία ταμιακή είμασταν όλη μέρα στο τηλ. για να τη φτιάξουνε, πιίζαμε δηλ. πολύ απλά. Τώρα σε κάποια φάση τον Ιούλη που χάλασε η μία. Πήραμε ένα τηλ. να δώσουμε βλάβη και δεν ξαναενοχλήσαμε κανέναν. Κάναν 3 βδομάδες. Αν πιέζαμε θα κάνανε 1. Γιατί όμως να πιέσουμε; Εφόσον υπάρχουν εναλλακτικές σε ένα πρόβλημα τους γράφουμε. Αν δεν υπάρχει και θα το λουστούμε εμείς τότε θα κάνουμε τσαμπουκά, και οι απο πάνω θα ξέρουν πολύ απλά οτι το εννοούμε, και ότι θα κάνουμε αυτό που τους προειδοποιήσαμε.

Με απλά λόγια πριν υπήρχε ενδιαφέρον για τη δουλειά μας. Πως να την κάνουμε κάπως καλύτερη. Τώρα πια δεν υπάρχει. Τώρα πια το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να πάμε για δουλειά, να περάσει το 8ωρο και να σηκωθούμε να φύγουμε, μοιράζουμε πάντα τις δουλειές και δουλεύουμε όλοι μαζί με τον τρόπο που δουλεύαμε και πριν. Μεσολάβησε και η παραίτηση της Ζ. τον Σεπτέμβρη, (στη θέση της πήγε η Μ. η τρίτη της παρέας), και γενικώς ζορίστηκε πολύ άγρια η κατάσταση. Όλον τον Οκτώβρη για παράδειγμα στο μαγαζί είμουνα μόνος μου, γιατί περίμεναν τον Νοέμβρη να κάνουν την Μ. 8ωρη. Και ταυτόχρονα αύξησαν τις παραγγελίες του καταστήματος. Πανέξυπνοι. Να τους δώσουν το βραβείο του καλύτερου μικρομάνατζμεντ της χρονιάς. Φυσικά η δουλειά στο μαγαζί, γαμήθηκε. Συνέβαλα και εγώ με μία 4ήμερη αναρρωτική και 2-3 κοπάνες και πήγε η όλη φάση κατά διαόλου. Το μαγαζί είναι σε άθλια κατάσταση. Εκεί που επιστροφές κάναμε κάθε 2 εβδομάδες περίπου, τώρα από τον Οκτώβρη και μετά έχουμε κάνει μόνο 2 φορές. Τις προάλλες η αποθήκη είχε μία απίστευτη μάκα στα όρια της λάσπης από διάφορα χυμένα προιόντα. Αν δεν πήγαινα να γλυστρήσω δεν θα τη σφουγγάριζα.

Πια έχω σταματήσει να απαιτώ συνέχεια. Αλλά όταν απαιτώ είμαι και πολύ πιο απόλυτος. Τις προάλλες έπαιρνε δύο συνεχή απογεύματα την τρίτη κοπέλα της βάρδιας για να τη στείλει μία στο Περιστέρι, μία στα Λιόσια. Παρασκευή βράδυ λέω στο μαλάκα τον επόπτη μου. Να μην τολμήσει να την πάρει την επόμενη μέρα, γιατί εγώ δεν πρόκειται να πάω για δουλειά. Την άλλη μέρα Σάββατο μεσημέρι παίρνω τηλ. πριν πάω στη δουλειά, να δω αν έχει έρθει η άλλη κοπέλα. Όχι μου λένε την έστειλε Πετρούπολη. Οκ, να του πείτε λέω εγώ ότι αν δε φέρει άτομο για δουλειά δεν πάω. Ε δεν πήγα, και πήγε ο επόπτης στο μαγαζί να βαρέσει βάρδια 4-8 το απόγευμα. Άγρια απεργία μόνος μου δηλ. Έχει περάσει μία εβδομάδα από αυτό το συμβάν και δεν μου ΕΙΠΕ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Όλα καλά και ωραία. Είναι Χριστούγεννα άλλωστε κάποιος θα πρέπει να κάνει το μαλάκα εκεί μέσα. Το αποτέλεσμα; Χτες, το επόμενο δηλ. Σάββατο, χωρίς να έχει το κατάστημα ιδιαίτερο πρόβλημα, έφερε από άλλο μαγαζί έναν 8ωρο και έναν 4ωρο. (Για να καταλάβει πόσο μαλάκες είναι οι άνθρωποι, το μαγαζί από όπου ήρθαν οι συνάδελφοι κάνει το μισό τζίρο από εμάς, και έχει σαν προσωπικό έναν 4ωρο παραπάνω.)

Τέλος πάντων έχουν πέσει και 2 παραιτήσεις μέσα σε 2 εβδομάδες. Και με απλά λόγια στο μαγαζί τώρα είμαστε. Η αφεντιά μου, η Μ. 8ωρη, η προηγούμενη υπεύθυνη η οποία κάθεται μόνο ταμείο, η Μ. μία άλλη 4ωρη και η Φ. επίσης. Εμείς θα βγάλουμε εκεί Χριστούγεννα; Εμείς θα βγάλουμε. Στην τελευταία γεν. συνέλευση εμού της Μ. και της Φ., αποφασίσαμε, να κάνουμε Χριστούγεννα. Έπεσε η σκέψη να πάμε να πούμε τα κάλαντα στη γειτονιά αλλά δεν ευδοκίμησε. Αντιθέτως βάλαμε ρητά ανώτατο όριο στο ξεφόρτωμα. Τόσα θα ξεφορτώνουμε. Τέλος. Και να πάει να γαμηθεί, το μαγαζί και αυτοί μαζί.

'Ετσι λοιπόν αυτή η ιστορία έρχεται και τελειώνει στο τώρα. Φυσικά έχω ακόμα πολλά πράγματα να πω σε σχέση με την δουλειά. Αλλά τέλος πάντων η αφήγηση θα σταματήσει εδώ. Στην επόμενη ενότητα θα προσπαθήσω να μαζέψω τι έμαθα 3,5 χρόνια που δούλευα σαν μαλάκας.


Βρισκόμαστε στον Ιούνη του 2007, και εγώ έχω πάρει την απόφαση μου να φύγω. Γενικότερα είμαι σε μία ρευστή προσωπική κατάσταση, και τότε θεώρησα ότι ήταν μία καλή στιγμή να επανακαθορίσω κάποια από αυτά μου τα ζητήματα (και η δουλειά μέσα σε αυτά). Αυτές μέσες άκρες ήταν οι αιτίες. Και φυσικά η κούραση. Ατέλειωτη κούραση. Κυρίως ψυχολογική αλλά και ορισμένες μέρες και η σωματική.

Την πρώτη εβδομάδα τα πράγματα έγιναν όπως τα περιγράφω στην ανάρτηση του Μαίου. Αφού λέιπω δύο μέρες Παρασκευή και Σάββατο, μόνο την επόμενη Τετάρτη με πιάνουν να με ρωτήσουν τι συμβαίνει. Εγώ την Πέμπτη ξαναλέιπω. Το ίδιο και το Σάββατο. Και για να το πω πιο απλά 4 εβδομάδες περίπου που κράτησε το νταβαντούρι δεν πήγα ποτέ πάνω από 2 μέρες και ένα 4 ωρο για δουλειά, από τα οποία τα μισά ήταν απροειδοποιήτα. Με απλά λόγια για να πάρετε μία εικόνα για όλον τον Ιούνη πληρώθηκα 13 μεροκάμματα από τα 25 που περίπου είναι τα στανταρ.

Η αντίδραση της εταιρείας σε όλα αυτά; Στην αρχή πίστεψαν μία ιστορία με 22 υπονοούμενα που τους πέταξα. Αλλά αυτό κράτησε καμιά βδομάδα. Στην συνέχεια φάνηκαν ότι θα ήταν μάλλον άκαμπτοι. Ή μάλλον θα ακολουθούσαν μία τακτική στη φάση "άστον άμα έχει πρόβλημα θα παραιτηθεί από μόνος του κάποια στιγμή". Οι συναδελφοί μου, ΟΛΟΙ, με στήριξαν με τρέλλα και πολύ έντονα. Με την Ζ. καθόμασταν και λέγαμε τι θα τους πει για να με "θάψει", και φυσικά μου μετέφερε όλα όσα της έλεγε ο επόπτης και η αρχιεπόπτρια. Το ίδιο λίγο πολύ γινόταν με όλες τις υπόλοιπες κοπέλες. Παρόλο που αναγκαστικά από τις απουσίες μου έτρωγαν αυτές το χώσιμο, καμία τους δεν μου κράταγε κακία. Για μένα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, εώς και τραγικό ώρες ώρες να καταρρέουν και κυρίως να είμαι εγώ υπεύθυνος για να καταρρέυσουν σχέσεις που είχαμε φτιάξει πάνω στην δουλειά μας. Γιατί αναγκαστικά, στις δυσκολίες της δουλειάς εγώ βγήκα στην απέξω, βοηθούσα όσο μπορούσα αλλά πραγματικά ένιωθα εκτός "ομάδας". Θα το επαναλάβω για μία ακόμα φορά. Το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της υπόθεσης ήταν ότι έπρεπε να αλλάξουν οι σχέσεις μεταξύ μας. Όταν σηκώνεσαι και φεύγεις στη μέση της βάρδιας και αφήνεις τον άλλο μόνο του, χωρίς να το ξέρει και να ξέρει ότι δεν πρέπει να το ξέρει, και την επόμενη μέρα αυτός που έχει μείνει μόνος του να μην σε κατηγορεί για τίποτα, αλλά επιπλέον να σε υποστηρίζει και ευθέως απέναντι στον επόπτη, ε τότε τι στο διάολο; Δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο... Νομίζω δηλ.

Δεν ξέρω στην όλη υπόθεση πιθανά να έκανα κάποια λάθη. Αφού αποφάσισα να φύγω έπρεπε ίσως από την αρχή να σπάσω εντελώς τις σχέσεις μου με τις συναδέλφους. Επίσης ίσως θα έπρεπε να είχα επιλέξει περίοδο αδειών, όπου θα έλειπε σίγουρα ένα άτομο από το κατάστημα. Και τέλος ίσως θα έπρεπε να είμαι πολύ περισσότερο απόλυτος στη στάση μου προς την εταιρεία. Αν και όταν κάνεις ένα διάλογο του σαν αυτόν:

Αρχιεπόπτρια: Θα θέλαμε να μας έλεγες όσο πιο νωρίς γίνεται πότε σκοπεύεις να λείψεις.
Εγώ: Δεν μπορώ να το ξέρω.
Αρχ.: Δεν μπορείς να το ξέρεις καθόλου.
Εγω: Πολύ λίγες φορές θα μπορώ να ξέρω, όταν μπορώ να ξέρω θα το λέω.
Αρχ.: Να ξέρεις όμως ότι η δουλειά μας είναι η πρώτη μας προτεραιότητα.
Εγώ: Αυτή τη στιγμή η δουλειά δεν είναι προτεραιότητα.
Αρχ. Τι θες τη δουλειά σου.
Εγώ: Ναι.
Αρχ. Ε τότε να κάνεις αυτό που σου λέω.
Εγώ: Εγώ αυτό μπορώ να κάνω τώρα.

Αναρωτιέμαι τι άλλη στάση να τηρήσεις.

Τέλος πάντων περνάω έναν πολύ δύσκολο μήνα. Αν και ξεκουράζομαι σωματικά, ψυχολογικά είμαι ένα ράκος. Και το βασικό ήταν ότι ακόμα και τις λίγες φορές που πήγαινα στο μαγαζί, επικρατούσε πολύ άσχημο κλίμα. Η Ζ. ήταν πολύ στεναχωρημένη, η Μ. το ίδιο, άλλες 2 4ωρες να μου λένε ότι θα παραιτηθούνε άμα φύγω. Ακόμα και η προηγούμενη υπεύθυνη με την οποία δεν έχουμε και τις καλύτερες σχέσεις, έδειξε να στενοχωριέται και με υποστήριξε. Αυτό που με χαροποίησε ιδιαίτερα στην όλη υπόθεση ήταν ότι κατά κάποιο τρόπο οι υπόλοιπες συναδέλφοι είχαν δει κάποια πράγματα με τον τρόπο που τα έβλεπα και εγώ. Είμαστε εμείς και αυτοί, και εμείς δεν έχουμε τίποτα κοινό με αυτούς. Δεν πουλάμε και δεν δίνουμε τον συνάδελφο. Ακόμα και πρόβλημα να έχουμε μαζί του, το λύνουμε με αυτόν και όχι με τον προιστάμενο.

Και κυρίως αυτό που είδε και κατά μία έννοια με συγκλόνισε ήταν το ότι είδα να τραβάνε την μανούρα οι συναδέλφισσες για ένα μήνα και καμία δεν με κατηγόρησε ούτε στοιχειωδώς έστω και στο στυλάκι "το μαλάκα μας γαμάει με αυτό που κάνει". Δεν είναι εύκολο πράγμα να ξεπερνάς έστω και με αυτόν το απλό τρόπο τον εαυτούλη σου και να σκεφτείς τον αλλον και τη θέση του άλλου.

Θα μπορούσε το όλο ζήτημα να είναι προσωπικό. Δεν ξέρω αν είναι και πόσο. Αλλά ξέρω ένα πράγμα. Αν είναι να αλλάξει ποτέ αυτός ο κόσμος, θα αλλάξει και επειδή οι άνθρωποι έχουν αλλάξει στάσεις, απόψεις και συμπεριφορές.

Σε κάποια φάση και ενώ προσπαθώ γενικώς να σκεφτώ τι θα κάνω. Κάνω μία μικρή αναθεώρηση. Τα βάζω λίγο κάτι και τα ζυγίζω. Αρνητικά και θετικά. Ένα προς ένα. Τι βαραίνει πιο πολύ. Τα λεφτά ήταν το λιγότερο. Πάντα είναι το λιγότερο. Η βασική μου σκέψη ήταν που αλλού θα βρεις μία δουλειά που τουλάχιστον οι συνάδελφοι σου δεν θα σου τα σπάνε; Που θα βρεις μία δουλειά όπου οι ανωτεροι σου είναι "στρωμμένοι" και δεν στα πολυζαλίζουν; Που θα βρεις μία δουλειά που θα μπορείς να κάνεις τις μαλακίες σου και να μην ανησυχείς; Και το βασικό είναι αυτό. Αν δεν βρω δουλειά σαν κοινωνικός λειτουργός, που η αλήθεια είναι ότι δεν με πολυτρελλαίνει (αν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες εργασίας, τους μισθούς, προφανώς είναι καλύτερα αλλά δεν πεθαίνω κιόλας), αναγκαστικά θα δουλέψω στο εμπόριο, όπου δύσκολα θα βρω ένα τέτοιο κλίμα.

Τέλος πάντων επιστρέφω στην κανονικότητα με τον πιο γελοίο τρόπο, παίρνω τον επόπτη και του τη λέω για την απαράδεκτη στάση της εταιρείας απέναντι μου!!! Αυτός με κοίταζε και έφτασε να συμφωνεί μαζί μου... Πιθανά σκεφτόταν, επιτέλους θα δουλέψει ο μαλάκας και δε θα μου σπάει τα αρχίδια. Η Ζ. μου λέει για δύο βδομάδες δεν σηκώνω ούτε ένα κιβώτιο. Και εγώ πήρα ένα μεγάλο και βασικό μάθημα.

Όλον αυτό τον καιρό, οι κόντρες που παίζανε στη δουλειά είχαν μία βασική εκκίνηση. Το πως θα κάνουμε τη δουλειά μας εκεί καλύτερη και πιο υποφερτή. Πράγμα που γενικώς έγινε, αλλά εκ των πραγμάτων αυτό έχει και μία άλλη επίπτωση στην λειτουργία του καταστήματος. Αυτό δουλέυει καλύτερα. Για δύο χρόνια δεν είχε παραιτηθεί καμία υπάλληλος. Πράγμα που σήμαινε ότι ξέραμε όλοι μας τη δουλειά απέξω και ανακατωτά. Πράγμα το οποίο σημαίνει μεγαλύτερη αποδοτικότητα του καταστήματος. Κάνοντας εμείς ας πούμε ένα σωστό ανεφοδιασμό, που μπαίνει εύκολα και γρήγορα και δεν μας πολυκουράζει ταυτόχρονα, καλυτερεύουμε την λειτουργία και τις πωλήσεις του καταστήματος. Φορτώνοντας ας πούμε σωστά τα προιόντα στο ράφι, προκειμένου να μην κάνουμε εμείς συνέχεια ανεφοδιασμό τους, υπάρχουν πάντα προιόντα στο ράφι. Πράγμα το οποίο σημαίνει και πωλήσεις. Με απλά λόγια, όλα αυτά τα χρόνια η εξωτερική εικόνα που είχε η εταιρεία για το κατάστημα ήταν εξής. Το μαγαζί αύξησε τις πωλήσεις του λίγο, μείωσε την την απογραφή του (από 5% πήγε 3% ποσό που αντιστοιχεί σε 10.000 ευρά περίπου το δίμηνο παραπάνω κέρδη για την εταιρεία.) και επιπλέον το προσωπικό εκεί δεν μας κάνει μαλακίες. Στην οικονομική διαχείρηση είμασταν μέσες άκρες μία χαρά, με προσωπικές διαφορές δεν τους απασχολούσαμε, απουσίες δεν γινόταν (και γιατί να γίνουν άμα ξέρεις σαν 4ωρη ότι αν πεις στη Ζ. ή σε μένα "έχω περίοδο μην μου τα ζαλίζεις" θα σε αφήσουμε ήσυχη;). Κατάλαβα λοιπόν ότι η εταιρεία ήταν πολύ ικανοποιημένη και με τη Ζ. και με μένα. Στο κάτω κάτω της γραφής οι όποιες κόντρες μας με τους προιστάμενους αφορούσαν πάντα την καλύτερη λειτουργία του καταστήματος. Δεν είναι μαλάκες οι από πάνω.

Επομένως κάτω από αυτό το πρίσμα εγώ άλλαξα λογική. Τέρμα πια οι τσακωμοί και οι διεκδικήσεις, τέρμα πια το να χτυπιέμαι στο τηλ. για να τους κάνω να καταλάβουν αυτό που υποτίθεται δεν καταλαβαίνουν. Τέρμα πια ο εποικοδομητικός "συνδικαλισμός". Το τελευταίο εξάμηνο έχουν αλλάξει αρκετά στη δουλειά μιας και συνεχίζω να είμαι εκεί. Αυτά θα περιγράψω στην επόμενη και μάλλον προτελευταία ανάρτηση για αυτό το θέμα.


Βρισκόμαστε στον Οκτώβρη του 2006 και έχουμε αλλάξει επόπτη και αρχιεπόπτρια. Για κάνα μήνα επικρατεί ηρεμία, μέχρι που σιγά σιγά αρχίζει να ενορχηστρώνεται η κατάσταση. Η αρχή γίνεται με άυξηση των παραγγελιών του καταστήματος. Πιθανά να φαντάζεται κανείς ότι τα καταστήματα είναι εκείνα τα οποία κανονίζουν το πρόγραμμα των παραγγελιών τους. Σε αυτή την εταιρεία αυτό δεν ισχύει. Κάθε εβδομάδα μας λένε το πρόγραμμα παραγγελιών. Λοιπόν, πέραν του ότι μας έβαλε παραγγελία σε μία ακόμη μέρα μας αύξησε και κατα πολύ την ποσότητα του εμπορεύματος που πρέπει να πραγγείλουμε. Είναι προφανές οτι ένα μαγαζί ούτε άπειρο χώρο έχει, ούτε άπειρο χρόνο για να ξεφορτωθούν όλα. Έτσι λοιπόν αρχίζουν να μαζεύονται εμπορεύματα στην αποθηκη. Μέσα σε 2 εβδομάδες η αποθήκη είναι πηγμένη. Έχουμε σε κάποια φάση 43 καρότσια εμπόρευμα στην αποθήκη. (Τα καρότσια είναι εκείνα τα σιδερένια με τις ρόδες. Πέραν του ότι δεν μπορείς να δουλέψεις έτσι, δεν μπορείς ούτε να παραγγείλεις ούτε και να κάνεις ανεφοδιασμό σωστά. Δεν ξέρεις τι έχεις δεν ξέρεις πόσο έχεις. Αυτό αυτοί δεν το καταλαβαίνουν, ή το πιο πιθανό δεν τους νοιάζει, ή ένα ακόμη πιο πιθανό θέλουν να διώξουν εμπόρευμα από τις κεντρικές αποθήκες. Προσπαθήσαμε επανειλλημένα με την Ζ. να κόψουμε παραγγελίες, να μας μειώσουν το πρόγραμμα, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Η αρχιεπόπτρια ήταν απόλυτη. Αυτά θα παραγγείλετε. Ούτε κόβω, ούτε μειώνω. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες με την Ζ. σκαρφιστήκαμε τρόπους να διαχειριστούμε αυτό το πράγμα. Νομίζω ότι δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να αναφερθώ λεπτομερειακά σε όλους τους πιθανούς ή απίθανους τρόπους (για παράδειγμα να παραγγελνείς μόνο εμπόρευμα σε μικρά κουτιά, έτσι ώστε εκει που τα 200 κιβώτια είναι 6 καρότσια εσύ να τα κάνεις 3).

Η αλήθεια είναι ότι τότε φάγαμε ήττα. Μέσα στο Δεκέμβρη τα πράγματα ηρέμησαν (παντα ηρεμούν το Δεκέμβρη...), αλλά από Γενάρη ξαναρχίσαμε. Αυτή τη φορά το θέμα ήταν η καθαριότητα του καταστήματος. Ξεκινάει να μας λέει διάφορα στο χαλαρό. Εμείς τι γράφουμε. Αυτή τσιτώνει. Τσιτώνουμε και εμείς. Σημείο τριβής ήταν τέσσερα περίφημα σκαλιά που ανεβαίνουν στην αποθήκη. Και τα οποία ήταν μονίμως βρώμικα. Σημείωση. Το κατάστημα έχει παντού λευκό μάρμαρο στο πάτωμα. Όχι και ότι καλύτερο για έναν τέτοιο χώρο, μιας και το μάρμαρο από τα χρόνια έχει τριφτεί και έχει χάσει το προστατευτικό του με αποτέλεσμα -μιας και είναι πορώδες υλικό- να τραβάει όλη τη βρώμα μέσα. Αυτά μας τα είπε συνεργείο που είχε έρθει να καθαρίσει 2-3 φορές το μαγαζί. Και αυτά ακριβώς της είπαμε και εμείς με τη σειρά μας. Αλλά όχι. Θα κάνετε αυτό που σας λέω εγώ. Με αποκορύφωμα ένα σκηνικό όπου μπαίνει ένα πρωί Δευτέρας στο μαγαζί και αρχίζει να σκούζει στην συνάδελφο για διάφορα σχετικά και άσχετα, σε σημείου η Ζ. να βάλει τα κλάμματα, αποφασίζουμε να κόψουμε την διαλλακτικότητα μας και να αρχίσουμε να την κοντράρουμε στα ίσα. Σε εκείνη τη φάση εγώ πιάνω τον επόπτη και αρχίζω να του λέω διάφορα "Ποια νομίζει ότι είναι αυτή;", "Δεν είμαστε δούλοι να κάνει ότι θέλει.", "Και ας έρθει σε εμένα να μου τα πει."

Την επόμενη φορά που εμφανίστηκε και άρχισε να μας λέει για τα σκαλάκια της απαντήσαμε ευθαρσώς ότι δεν είμαστε καθαρίστριες και ούε πληρωνόμαστε για αυτό, κάνουμε ότι μπορούμε και αμα της αρέσει καλώς αν όχι να μας απολύσει. Αυτή η ιστορία κράτησε κάνα δίμηνο. Κατά τον Μάρτη του 2007 αρχίσαμε να έχουμε άλλα προβλήματα. Μια Κυριακή που έβρεχε έσπασε κάποιος αγωγός από πάνω και τα νερά πλυμμήρισαν το μαγαζί. Εγώ είχα Σάββατο και Δευτέρα ρεπό, και έτσι τη γλύτωσα αλλά την όλη φάση την λούστηκαν οι συνάδελφοι. Τις επόμενες μέρες έκανε λιακάδα και όλες μας οι προσπάθειες να στείλει η εταιρεία ένα υδραυλικό έπεσαν στο κενό. Κάθε μέρα επί 5 μέρες πέρναμε τηλ. αλλά όσο θα δείτε εδώ κάναν υδραυλικό άλλο τόσο είδαμε και εκεί. Την επόμενη Δευτέρα όμως ρίχνει μία βροχή το βράδυ και το πρωί που πάω για να ανοίξω το μαγαζί είναι το μισό πλυμμηρισμένο. Εντωμεταξύ τα νερά έτρεχαν από το ταβάνι πάνω σε κάτι καλώδια που πήγαιναν στις μηχανές και όπου από την πίσω πλευρά ήταν ο πίνακας του καταστήματος. Σε εκείνη τη φάση ανάμεσα σε όλα τα άλλα είχαμε και παραλαβή του φορτηγού όπου έσπρωχνα καρότσια πάνω στα νερά. Λίγο μετά μιλάει ο επόπτης στο τηλ. με την αρχιεπόπτρια ο οποίος είναι στο γλύψιμο. Του παίρνω λοιπόν το τηλ. από τα χέρια και αρχίζω να της εξηγώ πως έχει η κατάσταση γιατί ο άλλος ο ΜΑΛΑΚΑΣ της τα έλεγε και μισά... Τσαντίζεται όμως η αρχιεπόπτρια και μου κλείνει το τηλ. Τα παίρνω και εγώ και του λέω, "Αν δεν έρθει υδραυλικός εγώ πάω να φύγω." Και βασικά μετά από μισή ώρα έφυγα και πήγα στο ΚΕΠΕΚ (κάτι σαν Κέντρο Ενημέρωσης και Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου νομίζω), όπου έκανα και την ωραία μου καταγγελία (ανώνυμα) για τις συνθήκες εργασίας μας στο μαγαζί. Το ΚΕΠΕΚ ήρθε μετά από 2 μήνες να "επιθεωρήσει", και φυσικά είχε πέσει τόσο λάδωμα που τσούλήσαν πολύ γρήγορα μέσα από το μαγαζί.

Η υπόλοιπη άνοιξη θα κυλήσει σχετικά ήρεμα, είχαμε τα συνηθισμένα προβλήματα, το συνηθισμένο τρόπο, και τις συνηθισμένες απαντήσεις από τους από πάνω. Ζούσαμε όλοι μας μία όμορφη συνήθεια. Η οποία μπορεί πότε πότε να έσπαγε με μερικά μπινελίκια εκατέρωθεν και μερικές φωνές εκατέρωθεν, αλλά γενικώς εκεί μέσα είχαμε κερδίσει το σεβασμό, και κυρίως τον αυτοσεβασμό μας. Είμασταν εκεί και ότι πρόβλημα υπήρχε πήγαινε συγκροτημένα από εμάς προς τους επάνω. Οι εσωτερικές μας σχέσεις ποτέ δεν απασχόλησαν κανέναν άλλο πέραν από εμάς, τα προβλήματα μας τα λύναμε μόνοι μας, δουλέυαμε όλοι μαζί, λουφάραμε όλοι μαζί.

Όμως ο στόχος μίας εταιρείας δεν είναι να κρατήσει ένα επίπεδο, στόχος της εταιρείας είναι να αυξάνει τα κέρδη, και για να αυξήσει τα κέρδη πρέπει κάποιοι να δουλεύουν περισσότερο και αυτοί φυσικά είμασταν εμείς.

Αυτό που συνειδητοποιήσαμε σε εκείνη τη φάση ήταν ότι με έναν μαγικό τρόπο είχαν καταφέρει να μας φορτώσουν τραγικά πολλές δουλειές πάνω μας. Ο ταμίας έπρεπε να κάνει 15 πράγματα, και είναι η φάση όπου σιγά σιγά έχω αρχίσει να βαριέμαι αφόρητα, και κυρίως να συνειδητοποιώ την ατέλειωτη σωματική κούραση της δουλειάς και κυρίως την ψυχική φθορά ενός καθημερινού τρεξίματος χωρίς το παραμικρό αντίκρυσμα πέρα από έναν εξευτελιστικό μισθό των 710 ευρώ. Είναι Μάης, τα πουλάκια κελαιδάνε, βάζει τις πρώτες ζέστες και η προοπτική ενός ακόμα καυτού καλοκαιριού σε αυτή την κωλοδουλειά με χάλαγε αφάνταστα. Είναι η εποχή όπου παίρνω σιγά σιγά την απόφαση να με απολύσουνε.

Ενά τελευταίο σκηνικό στην όμορφη σχέση με την αρχιεπόπτρια μας έγινε στην απογραφή. Στην εταιρεία απογραφές γίνονται κάθε τρίμηνο περίπου, όπου το κατάστημα κλείνει για ένα τρίωρο περίπου να το μετρήσουμε, το προσωπικό και μια ομάδα απογραφέων 3-4 ατόμων. Το πολύ κακό αυτής της ιστορίας είναι ότι οι απογραφείς μετά αφήνουν το μαγαζί μπουρδέλο. Έχουν έρθει εκείνη τη μέρα να κάνουν την απογραφή, έγω είμαι πρωινός (4 και 30 πρέπει να φύγω), την κάνουν αλλά μένει ενα τελευταίο τσεκάρισμα κάτι αρχείων στη μηχανή κατά τις 4 και 15. Τότε θυμούνται οι απογραφείς να κάνουν διάλλειμα (οι οποίοι σημειωτέον υποτίθεται δουλεύουν 10-18, αλλά στα μαγαζιά εμφανίζονται κατά τις 12 και στις 4 έχουνε φύγει, αφού τα έχουν διαλύσει όλα εκεί). Και η ώρα πάει 5 για να μπουν μέσα να τελειώσουν, τυπικά έγώ έπρεπε να τους περιμένω μιας και δεν υπήρχε εκείνη τη μέρα άλλος 8ωρος στο μαγαζί. Αλλά εγώ τους γράφω κανονικά και 5 και 15 την κοπανάω. Την άλλη μέρα όμως με παίρνει η αρχιεπόπτρια και αρχίζει να μου τα χώνει, επειδή λέει η απογραφείς μου έκαναν αναφορά. Αφού της τα χώνω και εγώ της κλείνω το τηλ. στα μούτρα λέγοντας της να έρθει από το μαγαζί αν θέλει να μου τα πει. Την άλλη μέρα έγραψα και εγώ μία τετρασέλιδη αναφορά λέγοντας τι έγινε και την έστειλα με φαξ στην εταιρεία. Όχι παίζουμε. Μετά από μία εβδομάδα όμως νιώθω τόσο κουρασμένος και παίρνω την απόφαση μου. Αιτία και αφορμή ήταν η συνηθισμένη κατάσταση να παίρνουνε άτομα από το μαγαζί και να τα στέλνουν σε άλλα καταστήματα που έχουν πρόβλημα. Είναι Πέμπτη και έχω ρεπό, και μιλάω με μία κοπέλα που μου λέει ότι θα είναι σε άλλο μαγαζί και αυτή και η τρίτη της βάρδιας και στο δικό μας θα έφερνε άλλο άτομο, από άλλο μαγαζί. Τρελλή αλλαξοκωλιά. Εγώ λέω ΟΚ, αλλά την επόμενη μέρα δεν πάω για δουλειά αλλά παίρνω ένα τηλ. το απόγευμα. Και αρχίζει η ιστορία της απόπειρας απόλυσης μου, την οποία ξεκίνησα τότε να αναρτώ εδώ και μπορείτε να τη διαβάσετε εδω πέρα.

Στην συνέχεια θα περιγράψω τι έγινε από αυτό και μετά το σημείο. Είμαστε πια μόλις ένα εξάμηνο πριν και σιγά-σιγά φτάνουμε στο τώρα.


Βρισκόμαστε στον Απρίλη του 2006, όπου έχουμε αλλάξει επόπτη. Ο καινούριος επόπτης έχει έρθει απο μαγαζί και είμαστε ανάμεσα στα πρώτα του μαγαζιά που αναλαμβάνει. Στην αρχή τα πράγματα κυλάνε ομαλά. Εγώ παραμένω τυπικός χωρίς πολλά πολλά μαζί του, ενώ και αυτός τον πρώτο μήνα της συνεργασίας μας τηρεί τα προσχήματα. Το δεύτερο μήνα όμως αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει το κλίμα. Στην αρχή μας την πέφτει για μικρά πράγματα (Τι ώρα είναι αυτή που κλείνετε; Εμείς 9 και 10 άντε 9 και 15 φεύγουμε απο το μαγαζί!). Σε καποια φάση μας βάζει όριο. Θα φεύγετε 9 και 30 και θα ερχόσαστε 8 το πρωι (ανοίγουμε 8 και 30). Ξέχνα το του λέμε εμείς. Μα το έχετε υπογράψει στη σύμβαση. Πέραν του ότι στη σύμβαση έχουμε υπογράψει το κορυφαίο "έρχεσαι 15 λεπτά πριν και κάθεσαι 15 λεπτά μετά", εμείς του λέμε είναι παράνομο αυτό. Τι μας κάνει παρανομεί η εταιρεία; Ναι του λέμε. Το ωράριο παντού είναι ναι μεν 8 ώρες αλλά το μισάωρο διάλειμμα δεν μας το δίνει η εταιρεία αλλά η νομοθεσία. Άλλωστε είναι γραμμένο στο πρόγραμμα της επιθεώρησης εργασίας. Γενικώς από αυτή την ιστορία ο τύπος πήρε τον πούλο. Ερχόμαστε 8 και 20 και φεύγουμε όποτε κλείσει το μαγαζί. Δηλαδη 9 και 10 αντε και 15. Αυτή ήταν η πρώτη μας σύγκρουση.

Γενικώς μετά από αυτό το κλίμα έχει χαλάσει. Διάφορα μικροπρονόμια που είχαμε (πχ να φεύγουμε πληρωμενα κανονικά κάνα 2 ωρο πιο πριν το απόγευμα, ή να πηγαίνουμε καμιά ώρα πιο μετά το μεσημέρι -όχι συνέχεια αλλά 3-4 φορές το μήνα σίγουρα), μας τα έκοψε. Από την άλλη την είδε κάπως αυταρχικός. Κάντε αυτό, κάντε εκείνο, κάντε το άλλο, με υφάκι χιλίων καρδιναλίων. Εμείς στο χαλαρό τον κοντράρουμε. Η άλλη η 8ωρη εγώ και η 4ωρη. Ταυτόχρονα εγώ αρχίζω να του ρίχνω και διάφορα, πιο πολύ για να διασκεδάσω. Κάτσε καλά θα σε βγάλω στο Ριζοσπάστη και κάτι τέτοια. Και η Ζ. (η άλλη 8ωρη όταν πάει να την ψαρώσει για το τι "είμαι") να του λέει κάτσε καλά γιατί πέρνω τηλ. το βουλευτή από το νησί (είναι από Μυτηλίνη). Σε κάποια φάση όμως το πράγμα αρχίζει να χοντραίνει. Εμείς με τη στάση μας του λέμε "μην μας ζαλίζεις, πες αυτό που έχεις να πεις και άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας". Όπως καταλαβαίνει κανείς, έτσι δεν μπορεί να κάνει κανείς σοβαρό μάνατζμεντ. Τι το περάσαμε εδώ αυτοδιαχειριζόμενο στέκι;

Το μεγάλο μπαμ έρχεται μία μέρα όπου η Ζ. ήθελε να φύγει κατά τις 3. Ξεκίναγε η άδεια της την επόμενη και ήθελε να είναι λίγο άνετη με το πλοίο που έφευγε στις 7. Του λέει να φύγω. Θα δούμε της λέει. Του το έχει πει 5 μέρες πριν χωρίς αυτός να δωσει απάντηση. Έρχεται η Παρασκευή. Μπαίνει κατά τις 10 στο μαγαζί. Τι θα γίνει του λέω εγώ. Μου λέει τίποτα δεν θα γίνει. Η Ζ. θα φύγει κανονικά. Εγώ τον κοιτάζω και δεν λέω κουβέντα πάω πίσω στη Ζ. και της λεω. Θα φύγεις στις 2. Έρχεται αυτός φουριόζος πίσω και αρχιζουν να πέφτουν τα μπινελίκια. Θα σε σφάξω με κονσερβοκούτι μαλάκα, πήγαινε φύγε από εδώ και κάτι τέτοια. Η Ζ. φοβάται ότι θα παίξουμε ξύλο και μας ηρεμεί κάπως έγω πάω μπροστά να κάνω κάτι δουλειές και μετά από 5' έρχεται και αυτός στη φάση διαλλακτικός. Μέσα σε 3' όμως η συζήτηση έχει ξεφύγει. Εγώ τότε τα παίρνω άγρια του ρίχνω κάτι χριστοπαναγίες και κάτι γαμωσταυρίδια και κάτι άντε γαμήσου ρε μαλάκα σήκω φύγε από εδω μέσα. Και πάω προς τα πίσω. Καθώς πάω βαράω και μια κλωτσιά σε ένα καρότσι που φευγει πάνω σε κάτι ράφια. Αυτός με περρισή σύνεση μαζεύει τα πράγματα του και την κάνει. Εγώ είμαι στη φάση να ξεντύνομαι για να φύγω. Αλλά με σταματά η Ζ. Αφού ηρεμώ λίγο παίρνω τηλ την αρχιεπόπτρια και αρχίζω να της λέω τι είναι αυτά τα πράγματα και πως συμπεριφέρεται έτσι ο επόπτης και θα παίξουμε ξύλο και να τον πάρει από το μαγαζί. Προσπαθεί λίγο να με καλμάρει αυτή και με ρωτάει ποιο είναι το πρόβλημα. Της λέω. Κάτσε μου λέει να το συζητήσω και θα πάρω να σας πω.

Μετά από καμιά ώρα (και αφού προφανώς είχαν μιλήσει επόπτης και αρχιεπόπτρια) με παίρνει η αρχιεπόπτρια τηλέφωνο και είναι μέσα στις γλύκες. Εντάξει λέει αυτή η Ζ. θα φύγει στις 2 και 30 αλλά θα πρέπει να συζητήσετε με τον επόπτη σας και να αλλάξει το κλίμα της συνεργασίας και μπλα μπλα μπλα: "Ζήτω το μανατζμεντ και ζήτω η συναίνεση." Κλείνω το τηλ και το λέω στα κορίτσια. Τότε η Μ. (η 4ωρη) αρχίζει να χοροπηδάει και να αγκαλιάζει τη Ζ. Έκπληκτος εγώ ρωτάω τη Μ. γιατί χοροπηδάς ρε συ; Και μου λέει. Είμαι εδώ 4 χρόνια και είναι η πρώτη φορά όπου ζητάμε κάτι από τους απο πάνω και το παίρνουμε. Αν ήμουν ευαίσθητο αγόρι μπορεί και να δάκρυζα, όχι για την μικρή μας νίκη. Όσο για εκείνο το το πανέμορφο πληθυντικό της συναδέλφου...

Στη συνέχεια οι απο πάνω ηρεμούν. Έρχεται και ο επόπτης που μας ζητάει συγγνώμη για την συμπεριφόρα του (ανάμεσα στα άλλα έκανε και σεξιστικά αστειάκια εις βάρος των κοριτσιών) και ότι ήταν πολύ αγχωμένος, τον πιεζουν και οι από πάνω και άλλα τέτοια. Χέστηκα του λέω αλλά σε συγχωρώ...

Σε κάποια φάση με ρώτησε η Ζ. γιατί τα έκανα όλα αυτά για αυτήν. Νομίζω ότι κατάφερα να της εξηγήσω σχετικά καλά το νόημα της συναδελφικής αλληλεγγύης, αν και τα μισά τα ήξερε ήδη.

Δύο τρεις βδομάδες μετά γίνεται και το συμπόσιο της εταιρείας, όπου σαν υπεύθυνο με καλούν. Φυσικά λέω όχι γιατί βαριέμαι απίστευτα να τρέχω στην παραλιακή και την άλλη μέρα να σηκώνομαι 7 το πρωί. Μα καλέ μου, μα χρυσέ μου, τίποτα εγώ. Έρχεται η αρχιεπόπτρια στο μαγαζί να με καλέσει "προσωπικά". Αφού πήρα μία μέρα ρεπό παραπάνω, και αυτοκίνητο να έρθει να με πάρει από το σπίτι!!! (Θα πήγαινε ο επόπτης με άλλες δύο υπεύθυνες και τους είπε η αρχιεπόπτρια να πάρουν και εμένα μαζί). Έκανα λοιπόν την καρδιά μου πέτρα έβαλα ότι πιο καινούριο είχα και τις αρβύλες μου που τις ξεσκόνησα και πήγα. Το καταδιασκέδασα, μιας και με μία άλλη υπεύθυνη εκπέμπαμε στο ίδιο μήκος κύματος και κάναμε το βράδυ μας λιγότερο αφόρητο.

Αυτός ο επόπτης κάθεται μέχρι μέσα Ιούλη. 4 μήνες δηλ. σχεδόν. Έρχεται ένας άλλος όπου είναι 4-5 χρόνια επόπτης και έχει τη φήμη του σκληρού και του αυστηρού. Στην πρώτη συζήτηση που κάνουμε η Ζ. και εγώ τον βάζουμε πιστεύω στη θέση του. Εγώ κλείνω εκείνη την θαυμάσια τοποθέτηση μου με ένα ...μην καταλήξουμε να κοντεύουμε να παίξουμε ξύλο σαν τον άλλο. Μιας και ήταν ο μισός από μένα μάλλον φοβήθηκε, και μάλλον ο προηγούμενος του τα είχε πει χαρτί και καλαμάρι. Περάσαμε ένα τρίμηνο μέχρι αρχές Οκτώβρη όλα μέλι γάλα, χαλαρά και ωραία.

Τότε ήταν που άλλαξε και αυτός ο επόπτης!!! Εγώ έκανα κάτι παράπονα, τι πράγματα είναι αυτά μέσα σε εννιά μήνες έχω αλλάξει 3 επόπτες, πως να δουλέψουμε έτσι και δεν συμμαζεύεται αλλά ντάξει.

Τότε μας πληροφορούν ότι αλλάζουμε όχι μόνο επόπτη αλλά και αρχιεπόπτρια. Στο μαγαζί εμείς το καταδιασκέδαζουμε με την όλη φάση. Ο επόπτης ξέραμε ότι ήταν ένας μαλάκας, αλλά για την αρχιεποπτρια ξέραμε ότι γενικώς ήταν μεγάλη σκύλα. Την ακολουθούσε η φήμη ότι έγινε κατευθείαν από υπεύθυνη καταστήματος αρχιεπόπτρια. Διαδικασία που απαιτεί συνήθως καμιά 10ετία δουλειάς και απίστευτα κυβικά σάλιου.

Εν τέλει ο χειμώνας 2006-2007 ήταν μία εξαιρετικά διασκεδαστική εποχή, όπου κλωτσιές στα καρότσια ρίχναμε για προπόνηση. Περισσότερα στη συνέχεια.


Βρισκόμαστε στον Απρίλη του 2005. Το κατάστημα έχει πάρει φωτιά, και εμείς πάμε να το φτιάξουμε. Με λίγες λέξεις η χειρότερη περίοδος μου στη δουλειά. Νιώθω μία τεράστια άρνηση να την περιγράψω. Να περιγράψω τι; Τις προσβολές και τα μπινελίκια; Ή τους εκβιασμούς και τις απειλές; Και όλα αυτά με το να έχω ένσημα μόνο 16 μηνών. (Σε εκείνη τη φάση ήθελες 18 μηνών ένσημα για να βγεις στην ανεργία νομίζω). Δεν κατάλαβα ποτέ άλλοτε τόσο ωμά τον εκβιασμό του να δουλεύεις. Όλη αυτή η ιστορία κράτησε μέχρι την Πέμπτη το μεσημέρι. (Αφού μας είχαν σκίσει στη δουλειά και στην καθαριότητα...). Ξαφνικά η αρχιεπόπτρια γλύκανε απέναντι μου και απέναντι στην Ζ. την άλλη 8ωρη. Θυμάμαι είπα τότε στην Ζ. που ρώτησε απορημένη "Τι γίνεται ρε με αυτούς;" "Τίποτα, τώρα είναι που θα μας γαμήσουν για τα καλά. Ψάχνουν υπεύθυνο." Σημ. Την προηγούμενη υπεύθυνη δεν την απέλυσαν, την καθαίρεσαν, μιας και θα έπρεπε να σκάσουν μία τρελλή αποζημίωση για τα 18 χρόνια προυπηρεσίας.

Στο τέλος της βάρδιας με πιάνει η αρχιεπόπτρια και με αρχίζει στο γλύψιμο. Κι εσύ που αυτό κι εσύ που εκείνο. Αφού έκανε μία τεράστια εισαγωγή κάνα 10λεπτο μου ρίχνει το μαντάτο. "Θες να γίνεις υπεύθυνος;". "Όχι" της λέω αυθόρμητα και αυτή μένει λίγο μαλάκας. "Ε μήπως θες να το σκεφτείς;" Μου λέει. "Καλά" λέω εγώ από ευγένεια "θα το σκεφτώ".

Βασικά το πρόβλημα μου δεν ήταν τόσο ιδεολογικό, ότι θα γίνω προιστάμενος (ποιανού θα γινόμουν προιστάμενος, με δύο άτομα στη βάρδια, εκ των οποίων το ένα στο ταμείο; Άλλωστε τυπικά υποτίθεται ότι ήμουν ήδη προιστάμενος καθότι σαν 8ωρος "διάταζα" τις 4ωρες...), όσο πρακτικό. Αυτό, που εγώ θέλω από την δουλειά είναι να πηγαίνω να κάνω το 8ωρο μου και να φεύγω και να μην έχω έγνοια στο σπίτι για τη δουλειά. Τώρα να σου φορτώσουν ένα μαγαζί στην πλάτη δεν είναι και ότι πιο ευχάριστο για ένα bonus των 37 ευρω!!!

Την επόμενη μέρα που με ρωτάνε πάλι απαντάω "Όχι αν και με τιμάτε με την πρόταση σας, νομίζω ότι θα πρέπει να περάσει και άλλος καιρός να αποκτήσω εμπειρία της δουλειάς..." Τέλος πάντων μην τα πολυλογώ, προσπαθώ να το καθυστερήσω για να φύγει η αρχιεπόπτρια από το μαγαζί και να μείνει μόνο η επόπτρια την οποία μπορώ να χειριστώ καλύτερα.

Την επόμενη βδομάδα μετά από τρελλή πίεση καταλήγουμε σε συμβιβασμό. "Τυπικά εγώ δεν είμαι τίποτα εδώ μέσα, μαζί με την Ζ. και τις υπόλοιπες κοπέλες θα δουλεύουμε, δεν θέλω ούτε μπόνους αλλά ούτε και την ευθύνη." Αυτοί όμως στο σκάλωμα τους. Μα θέλουμε κάποιον να μιλάμε στο τηλ. Αφού το συζητήσαμε με την Ζ. τους λέμε. "Καταρχήν ο καθένας είναι υπεύθυνος για την δουλειά του εδώ, και κατά συνέπεια μπορείτε να απευθύνεστε σε όλους μας!!!" Μάλιστα. Επήλθε ο συμβιβασμός. Που να ξερα όμως και γω το μικρό και άβαλτο στην παραγωγή τι με περίμενε. Τέλος πάντων, αφού κάνω και μία ξήγα με την πρώην προισταμένη μου που τώρα είναι υφισταμένη μου και μιας και εκείνη θέλει να απολυθεί ακόμα καταλήγουμε στο εξής: Αυτή κάνει ότι νομίζει, εμείς δεν την ενοχλούμε καθόλου, και με την άδεια της την "δίνουμε" στους απο πάνω. Αστειευόμενος σε κάποια φάση της λέω "Εσύ είσαι ο αποδιοπομπαίος τράγος. Για ότι γίνεται φταις εσυ!" Αυτή συμφώνησε και επαύξησε. Η Γυναίκα είναι 50 χρονών, είχε ήδη σκυλοβαρεθεί εκεί μέσα. Οπότε ήθελε και θέλει να φύγει με τα χίλια. Έτσι λοιπόν θα δημιουργηθεί μία κοινώς αποδεκτή βολική κατάσταση για όλους μας. Δεν ενοχλούμε την πρώην υπεύθυνη, και ταυτόχρονα έχουμε και εμείς ένα πολύ βολικό άλλοθι για τα προβλήματα του μαγαζιού.

Η αλήθεια είναι ότι για κάνα 9μηνο μας άφησαν στην υσηχία μας. Μία υσηχία που έφτασε τα όρια της βαρεμάρας. Πέραν από τα μικροπροβλήματα της δουλειάς φτάσαμε σε ένα σημείο για κάνα τρίμηνο η επόπτρια να εμφανίζεται μία φορά τη βδομάδα για μία ωρίτσα, να μας λέει 2-3 πράγματα και να φεύγει. Όλον αυτό τον καιρό βέβαια το πράμα δουλευε για εμάς.

Καταφέραμε και φτιάξαμε ένα πολύ ωραίο κλίμα στο μαγαζί. Δουλεύαμε όλοι μαζι όταν χρειαζόταν και λουφάραμε πάλι όλοι μαζί. Είχαμε αλληλουποστήριξη και κατά μία έννοια αλληλεγγύη. Στεκόμασταν δίπλα-δίπλα σε μία καθημερινότητα καθόλου εύκολη. Οι συνάδελφοι ξέραν (και γω μαζί τους) ότι θα πηγαίναμε για δουλειά και δεν θα είμασταν μόνοι μας. Θα είχαμε τον συνάδελφο, που θα βοηθήσει και που θα τον βοηθήσουμε. Ε και αν μια μέρα δεν είχαμε όραξη για δουλειά, ντάξει δεν έτρεχε μία. Είναι άπειρες φορές που θυμάμαι την Ζ. να έρχεται (ειδικά στην απογευματινή βάρδια) να λέει. "Άσε με σήμερα μη μου μιλάς δεν έχω καθόλου όρεξη." Και είναι άπειρες οι φορές όπου εγώ κινούμουν μεταξύ αποδυτηρίων και αποθήκης απο τη βαρεμάρα μου. Η δουλειά έβγαινε και μεις είχαμε την πολυτέλεια να της δίνουμε το ρυθμό της ανάλογα με τα κέφια μας. Σημαντικό. Ειδικά σε μία σκατοδουλειά σαν αυτή. Εν ολίγοις, αν και αυτό θα φανεί παρακάτω απο την αφήγηση, είχαμε φτιάξει ένα πολύ καλό κλίμα στο μαγαζί. Η Ζ. μαζί με δύο τετράωρες και μένα και λίγο πιο μετά συν άλλη μία τετράωρη, είμασταν μία ομάδα που δούλευε απο κοινού, που καταλάβαινε τον συνάδελφο, και που ο συνάδελφος την καταλάβαινε.

Εγώ όλο αυτό τον καιρό δεν ήμουν υπεύθυνος τυπικά. Ουσιαστικά όμως οι απο πάνω απευθύνονταν σε εμένα για διάφορα πράγματα. Θυμάμαι για πολύ καιρό τους έλεγα είτε το λέτε σε μένα είτε στην Ζ. είναι το ίδιο. Εκεί γύρω στα Χριστούγεννα λοιπόν, έρχεται η επόπτρια και μου το ανακοινώνει. "Από εδώ και εμπρός θα είσαι δηλωμένος σαν υπεύθυνος εσύ και η Ζ. σαν συνυπεύθυνη". Θυμάμαι της λεω "Ποιανού μωρέ θα είμαστε υπευθυνοι, της Α., της Μ., και της Φ. (Οι τετράωρες);"

Έτσι καταλήγω να είμαι υπεύθυνος καταστήματος. Τρομάρα μου. Λίγο καιρό αργότερα αυτή μου η ιδιότητα θα αποτελέσει ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο στην όλη υπόθεση. Φυσικά δεν άλλαξε κάτι από την υπόθεση. Όπως δούλευα συνέχισα να δουλεύω και όπως ήταν οι σχέσεις μας συνέχισαν να είναι.

Εγώ τότε από την αρχή είχα σαν ένα μικρό στόχο να κάνω τις συναδέλφους να δραστηριοποιηθούν λίγο. Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι γενικώς στις δουλειές ο κόσμος το βουλώνει και δεν πολυμιλάει. Με την έννοια ότι ο κόσμος θα αφήσει πράγματα να περάσουν εις βάρος τους. Έτσι ας πούμε στα διάφορα μικροπροβλήματα που υπήρχαν ο στόχος μου δεν ήταν να τα επιλύσω ο ίδιος αλλά να πείσω τις συναδέλφους να τα λύσουν αυτές. Να πάρει η τετράωρη τηλ. την αρχιεπόπτρια αμά λάχει και να της πει για 3,5 ώρες υπερωρία που δεν της βάλανε... (Έγινε αυτό και μετά πήρε εμένα η αρχιεπόπτρια τηλ. να μου πει ότι έχει πιο σημαντικά πράγματα να ασχολήθει από 3.5 ώρες υπερωρία...). Τέλος πάντων αυτό ήταν κάτι που σιγά σιγά το κατάφερα. Μάθαμε όλοι μας να λέμε όχι. Που και που όταν χρειαζόταν. Είναι πολύ διαφορετικό να σε παίρνει ο επόπτης τηλ. και να σου λέει: "Μ. θα κάτσεις αυριο 8ωρο. Εντάξει;" από το "Μ. θα μπορέσεις αν σου είναι έυκολο να κάτσεις αύριο υπερωρία;". Το ένα είναι κατάφαση που περιμένει επιβεβαίωση, το άλλο είναι ερώτηση. Μεγάλη διαφορά.

Γενικώς το κλίμα μέχρι και την άνοιξη του 2006 ήταν το εξής: δουλεύαμε και δουλεύαμε καλά επειδή συνονοούμασταν μεταξύ μας, και ταυτόχρονα προσπαθούσα να καλλιεργήσω μία πιο διεκδικητική στάση στο χώρο της δουλειάς στις υπόλοιπες συναδέλφους. Τα αποτελέσματα αυτού του πράγματος φάνηκαν στην πορεία. Όταν ήρθαν τα δύσκολα.

Αρχές Μάρτη του 2006 αλλάζουμε επόπτη. Μας έρχεται ένας τύπος που μόλις έχει γίνει υπεύθυνος από μαγαζί. Τρελλό γέλιο. Αλλά αυτά στην επόμενη ανάρτηση.


Είμαστε τώρα στις αρχές του 2005. Είμαι κάνα 6μηνο στη δουλειά και τα πράγματα έχουν στρώσει. Εκεί γύρω στον Φλεβάρη πέρνω και τη χρωστούμενη άδεια από την προηγούμενη χρονιά (η πρώτη μου άδεια μέσα σε 20 περίπου μήνες δουλειάς μαζί με την προηγούμενη δουλειά μου). Αφού ξεκουράστηκα επανήλθα ανανεωμένος για εργασία. Η κατάσταση όμως στο μαγαζί έχει αλλάξει. Η δεύτερη 8ωρη χτυπάει συνέχεια αναρρωτικές, έλειπε ήδη 2 βδομάδες και μέσα σε κάνα 2μηνο ανάθεμα και αν είχε έρθει μία βδομάδα για δουλειά. Σημείωση, όλον αυτό τον καιρό που έλειπε δεν έφερε ούτε ένα χαρτί γιατρού. (Νομίζω κάνα δύο χαρτιά από ιδιώτες έφερε και τίποτε άλλο). Όταν επέστρεψε φυσικά αρχές Μάρτη και δούλευε κανονικά για δύο βδομάδες την απολύσανε. Τέλος πάντων η συνάδελφος αυτή ήταν μεγάλη ιστορία. Νομίζω θα πρέπει να αναφέρω κάνα δύο περιστατικά της "σχίζο" κατάστασης της. Τον Σεπτέμβρη του 2004 έγιναν τα γνωστά σκηνικά στην Ομόνοια με τα μαχαιρώματα των φασιστών. Κάνα δύο μέρες μετά η κοπέλα αυτή μου λέει στη δουλειά ότι κατέβηκε με το γκόμενο της και έδερνε αλβανούς. Εγώ έμεινα μαλάκας. Τέλος πάντων γενικώς δεν είχα και ιδιαίτερες σχέσεις μαζί της όχι τόσο για αυτό αλλά επειδή με έχωνε με τρέλλα. Σε κάποια φάση εκεί γύρω στα Χριστούγεννα, είμαστε μαζί απογευματινή βάρδια, και έχει πιάσει κουβέντα με μία γυναίκα -Αλβανίδα- την οποία και προφανώς την ξέρει πολύ καλά. Σε κάποια φάση τη βλέπω λοιπόν, να παίρνει ένα παιχνίδι (καμιά 10αριά ευρώ), να το χτυπάει στο ταμείο της και χωρίς να παίρνει χρήματα να το δίνει στο πιτσιρίκι της Αλβανίδας!!! Εγώ έχω μείνει μαλάκας, κυρίως επειδή δεν περίμενα κάτι τέτοιο απο αυτήν. Όταν μετά την ρωτάω γιατί; Μου απαντάει "Ντάξει μωρέ τη συμπαθώ...". Δεν το συνέχισα παραπέρα να διερευνήσω τις αντιφάσεις του προλεταριάτου... Τέλος πάντων η Ν. απολύεται. Μετά από καμιά βδομάδα μας είπε ότι το ήθελε... οπότε...

Στην θέση της Ν. ήρθε η Ζ. Μία μικροκαμωμένη αλλά γεροδεμένη κοπέλα πανέξυπνη. Την παίρνω απο κοντά να συνάψω τις συμμαχίες μου όπου μαζί με την Φ. την 4ωρη κάνουμε ήδη τον πρώτο καιρό μία φράξια. Εγώ τον Μάρτη προάγομαι από απλός 8ωρος σε συνυπεύθυνο, ουάου!!! (Έχει και άλλη επαγγελματική εξέλιξη πιο κάτω). Αρχές Απρίλη η επόπτρια μας λέιπει σε άδεια 2 βδομάδων. Έρχεται να την αντικαταστήσει μία άλλη που την δοκιμάζανε για επόπτρια. Εκείνη η εβδομάδα ήταν 5 κολασμένες μέρες.

Ημέρα πρώτη. Οι ταμιακές έχουν κάτι προβλήματα με το λογισμικό. Είναι εκεί αυτή η βλαμμένη όλη μέρα και προσπαθεί να περάσει κάτι προγράμματα. Αφού μας έχει σπάσει τα νέυρα όλη μέρα στο τέλος βγάζει στο ταμείο της Ζ. ένα έλλειμα 200 τόσα ευρώ. Η Ζ. ούτε μήνα στη δουλειά έχει πλαντάξει στο κλάμα. Εγώ της λέω να μην ανυσυχεί και της λέμε μαζί με την υπεύθυνη ότι αν της πουν αν το πληρώσει θα της καλύψουμε όλοι μαζί το ελλειμα. Εγώ ήδη έχω αρχίσει να φορτώνω με την αντικαταστάτρια. Η υπέυθυνη 15 χρόνια στην δουλειά έχει μία στάση ντάξει 2 βδομάδες είναι θα περάσουν... Εγώ λέω να πάει να γαμηθεί η μαλακισμένη που θα μας το παίξει και καμπόση.

Ημέρα δεύτερη. Από το πρωί που είναι πάλι εκεί αρχίζει και σκούζει και φωνάζει. Οκ λες τη γράφω, μα δεν μπορείς να δουλέψεις με μία μαλακισμένη η οποία μέσα σε 2 μέρες θέλει να αλλάξει ΟΛΟ τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει το μαγαζί. Η υπεύθυνη μου λέει, λέγε εσύ ναι και μετά όταν φύγει θα τα κάνουμε όπως θέλουμε. Όχι λέω εγώ πρέπει να μπει στη θέση της. Στις 12 που έρχεται η Ζ. είναι έτοιμη να δηλώσει παραίτηση. 'Ντάξει ήταν μία ξύπνια κοπέλα και μία χαρά άτομο και ήταν μεγάλη ΜΑΛΑΚΙΑ να χάσεις μία δουλειά από μία μαλακισμένη που (μεταξύ μας) έφαγε μάλλον η ίδια το 200άρι. Η υπόλοιπη μέρα κυλάει ήσυχα, μιας και φεύγει να πάει σε άλλο μαγάζι.

Ημέρα τρίτη. Μονομαχία στην κάβα των αναψυκτικών. Όλη τη μέρα είναι πάλι στο μαγαζί η αντικαταστάτρια. Και μας έχει σπάσει τα νεύρα. Εμείς της αντιγυρίζουμε τον ψυχολογικό πόλεμο. Λέμε αστεία, χασκογελάμε και την γράφουμε κανονικά. Σε κάποια φάση φωνάζει από το γραφείο "Συρραπτικό, συρραπτικό... συρραπτικό ρε!!!". Λέω στη Ζ. κάτσε πάω. Πάω χωρίς το συρραπτικό και της λέω "Τι έγινε καρφώθηκες με το συρραπτικό; Τι φωνάζεις;". "Φέρε μου ένα συρραπτικό και άσε τις εξυπνάδες". "Α συρραπτικό θέλεις" λέω εγώ "ε σήκω να το πάρεις." και φεύγω. Όταν λέμε λύσσα κακιά η τύπισσα, εννοούμε λύσσα κακιά. Λίγο πιο μετά εκεί που έβαζα αναψυκτικά διαπίστωσα ένα λάθος. Κάποιος είχε γεμίσει το ράφι με τις κόκα κόλες σε λάθος θέση!!! Όχι τίποτα αλλά να μετακινείς 90 μπουκάλια κοκα κόλα σε άλλο σημείο στις 3 το μεσημέρι δεν είναι και πολύ ευχάριστο. Πάω στη Ζ. να δω αν τα έβαλε αυτή. "Καλά μου λέει για χαζή με έχεις;" Μας ακούει η υπεύθυνη και μας λέει ότι είδε την αντικαταστάτρια να βάζει εμπόρευμα στην κάβα. Ωραία λέω εγώ. Κάνα μισάωρο μετά και ενώ κοντεύουμε να φύγουμε οι πρωινοί, φέρνει η αντικαταστάτρια της επότριας κάτι καρότσια και τα κοπανάει με δύναμη πάνω στα υπόλοιπα παρκαρισμένα κάονοντας έναν πολύ έντονο θόρυβο. Λέω εγώ από μέσα μου "Τώρα θα τα ακούσεις μαλακισμένο".

"Να σου πω μπορείς να μην χτυπιέσαι και να φωνάζεις όλη την ώρα;"

"Τι" μου λέει "δεν κατάλαβα".

"Εδώ προσπαθούμε να δουλέψουμε, να πας στο μαγαζί σου να το παίξεις έξυπνη".

"Τι λες ρε τολμάς να μου μιλάς έτσι!!!"

"Καλά" της λέω "μάθε να βάζεις σωστά το εμπόρευμα στο ράφι και μετά να γυρνάς γυρω γυρώ να σκούζεις, να μας πουλάς μούρη και να μας το παίζεις έξυπνη."

"Τι λες ρε; Τι έβαλα λάθος;"

"Να" της λέω "πήγαινε στην κάβα"

Πάει και τις δείχνω τις κόκα κόλες. Και αρχίζω να την ξεχέζω. Αρχίζει και αυτή. Είναι η στιγμή που έχω πιάσει μία τετράδα των 500 ml fanta και τις βαράω στο ράφι εμφατικά. "Μη μου κολλάς εμένα μωρή είμαι τρελλός και θα αρχίσω να σε δαγκώνω." Αυτή τα έχει δει φυσικά όλα. Και φεύγει μαζί με την υπεύθυνη να της τα "χώσει". Εγώ πάω με την Ζ. να κάνουμε ένα τσιγάρο. Αργότερα που είμαστε μπροστά. Φεύγει απο μπροστά εγώ της λέω, "Αντε στο καλό και όταν θα ξανάρθεις θα μιλάς σε όλους μας στον πληθυντικό!!!". Η υπεύθυνη μέσα στο γραφείο την έβαλε στη θέση της απο ότι μας είπε πιο συγκρατημένα βέβαια αλλά ντάξει.


Ημέρα τέταρτη. Ρεπό. Ακούω πανκ όλη μέρα!!!

Ημέρα πέμπτη. Πάλι στη δουλειά. Ηρεμία. Η τύπισσα σεν εμφανίζεται καθόλου.

Ημέρα έκτη. Σάββατο οι επόπτες έχουν ρεπό.

Ήμερα έβδομη. Κυριακή. Ηρεμία. Ηρεμία;;; Μπα...
5.30 χτυπάει το σταθερό στο σπίτι. Το σηκώνει η κοπέλα μου. Είναι η κανονική μας επόπτρια και μου λέει να πάω να δω στο μαγαζί τι γίνεται γιατί βαράνε 3-4 ζώνες του συναγερμού πυρόσβεσης. Το θέμα ήταν ότι εγώ δεν είχα κλειδιά και ότι πρέπει να πάει η υπεύθυνη. Η επόπτρια μας επιμένει ότι πήρε την υπεύθυνη και αυτή της είπε ότι τα κλειδιά τα έχω εγώ και η Ζ. Τέλος πάντων πάω με κάτι ζοχάδες και λέγοντας από Δευτέρα θα γίνει της πουτάνας, ταυτόχρονα θα ερχόταν και η Ζ. που είχε κλειδιά αλλά δεν ήξερε πως να απενεργοποιεί τον συναγερμό.

Παίρνω ένα ταξί και πάω. Καθώς φτάνουμε από μακρία βλέπω σειρήνες. Με αφήνει ο ταξιτζής. Μπροστά από το μαγαζί είναι 2 περιπολικά και 2 πυροσβετικά. Εγώ έχω μείνει μαλάκας. Προσπαθώ να αναλογιστώ τι μας περιμένει και κοντεύουν να με πιάσουν τα κλαμμάτα. Στο τέταρτο πάνω αφού έχω αρχίσει να συνέρχομαι παίρνω την επόπτρια. Ε ξέρεις της λέω, το μαγαζί πήρε φωτιά. Λίγο μετά ήρθε και η Ζ. Σε εκείνη τη φάση έρχονται η μπάτσοι να μας πούνε να πάμε πιο πέρα. Εγώ φυσικά δεν ήθελα να έχω και πολλά πάρε δώσε με τους μπατσους και δεν είπε τίποτα ότι ήμουνα του μαγαζιού. Αλλά η Ζ. όταν μας είπε να φύγουμε ο μπάτσος, είπε ότι είμαστε υπάλληλοι. Η χαρά του μπάτσου. Πλακώνουν κάνα δύο πυροσβέστες να μας πάρουν καταθέσεις. Τέλος πάντων είπα εκεί ότι έβλεπα μέχρι που ήρθαν η επόπτρια, η αρχιεπόπτρια και ένα άλλο στέλεχος. Εγώ με η Ζ. πήγαμε και λουφάξαμε...

Κατά τις 9 φύγαμε να ξεκουραστούμε γιατί από "αύριο μας περίμενε δουλειά".

Θα σταματήσω εδώ την αφήγηση μου για την δουλειά που μας περίμενε, όχι τίποτα άλλο αλλά σε καμιά ώρα πιάνω βάρδια και δεν θέλω να σκέφτομαι δυσάρεστα πράγματα.


Πριν προχωρήσω την αφήγηση μου νομίζω ότι θα πρέπει να κάνω μία στάση για να περιγράψω την λειτουργική διάρθρωση της εταιρείας και γενικώς κάποια πράγματα που αφορούν την λειτουργία της.

Πάνω-πάνω στην ιεραρχία του τμήματος πωλήσεων βρίσκεται φυσικά ο διευθυντής πωλήσεων, η αλήθεια είναι ότι τέτοιον έχω δει πολύ λίγες φορές (μετρημένες στα δάχτυλα ενός χεριού). Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει και ούτε με νοιάζει. Φαντάζομαι έχει μερικές φαεινές ιδέες που τις πληρώνουμε όλοι μας. Από κάτω πρέπει να βρίσκονται οι αρχιεπόπτες (δεν είμαι και σίγουρος μιας και δεν γνωρίζω με ακρίβεια αυτά τα ύψη της ιεραρχίας). Τους αρχιεπόπτες τους βλέπουμε πιο συχνά. Μέ κάποιους απο αυτούς ανέπτυξα ιδιαίτερα στενές σχέσεις.(Λεπτομέρειες παρακάτω). Οι αρχιεποπτες είναι αυτοί οι οποίοι παίρνουν τις αποφάσεις σε επίπεδο μανατζμεντ του καταστήματος. Αυτοί θα δώσουν τις υπερωρίες και ουσιαστικά αυτοί θα δώσουν τους ρυθμούς εργασίας σε κάθε κατάστημα. Με άλλα λόγια αυτοί κάνουν κουμάντο στα μαγαζιά.

Κάτω από αυτούς είναι οι επόπτες. Η βασική δουλειά του επόπτη είναι να κάνει τον αγγελιοφόρο. Μεταφέρει δηλ. κατά βάσην εντολές και κατευθύνσεις στο προσωπικό του καταστήματος και κάνει κάπως πιο σαφείς τις εντολές της εταιρείας μιας και ως γνωστόν οι εργαζομένοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα κατανόησης της γλώσσας όταν πρόκειται για εντολές. Επίσης οι επόπτες φέρνουν στυλούς, δελτία, ταινίες και διάφορα αναλώσιμα για τα μαγαζιά. Τέλος είναι επιφορτισμένοι με ένα μανατζάρισμα σε επίπεδο καταστήματος όταν το προσωπικό τρώγεται μεταξύ του.

Κάτω από τους επόπτες βρίσκονται οι υπεύθυνοι και οι συνυπεύθυνοι. Τι είναι αυτοί; Αν τους έλεγε κανείς διευθυντές θα τους υπερτιμούσε ανεπανόρθωτα (αν και μερικοί -ες περνιούνται για τέτοιοι), η βασική τους δουλειά είναι να συντονίσουν. Το αστείο βέβαι της υπόθεσης είναι τι; Τις περισσότερες φορές καλούνται να κάνουν ένα συντονισμό σε ένα ακόμα συνάδελφο, που συνήθως δεν χρειάζεται να κάνει καν αυτό. Μιας και ο υφιστάμενος του έχει ήδη συντονιστεί από μόνος του. Βλ. πρέπει να κάτσει ταμείο οπότε τον μόνο που έχει να συντονίσει ο υπευθυνος είναι ο εαυτός του. Στην εξαίρεση που τυχόν για κάνα τετράωρο υπάρχουν 3 άτομα στην βάρδια ο υπεύθυνος πάλι δεν χρειάζεται να συντονίσει κανέναν. Μία σειρά από καθήκοντα τόσο προφανή στον οποιοσδήποτε είναι αρκετά για να συντονίσουν από μόνα τους. Με απλά λόγια. Ο υπεύθυνος (ο οποίος σημειωτέον για να είναι υπεύθυνος παίρνει το εξωφρενικό μπόνους των 43 ευρώ, μαζί με κρατήσεις πέφτει στα 34) απλά τις περισσότερες φορές κάνει κάποιες δουλειές γραφείου που δεν κάνουν υπόλοιποι. Ισολογισμό ταμείων, καταμετρήσεις, αποστολή παραγγελίων, κλείσιμό επιστροφών κλπ. Ο συνυπεύθυνος είναι η πιο τραγική περίπτωση. Κάνει ότι και ο υπεύθυνος χωρίς το μπόνους. Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι κάνουν ότι κάνουν και αλλού οι εργαζόμενοι. Πάνε κάνουν τη βάρδια τους και φεύγουν.

Τώρα όσον αφορά τη δουλειά μέσα στο κατάστημα. Αυτή έχει καταρχήν μία εξωτερική ταχύτητα από μόνη της. Είναι η ταχύτητα με την οποία μπαίνει μέσα ο πελάτης ψωνίζει και φεύγει. Αυτή η ταχύτητα φυσικά δεν είναι σταθερή και φυσικά είναι απολύτως προβλέψιμη. Οι αποκλίσεις στα αλήθεια είναι πολύ μικρές. Ακόμα το βασικό και το ελάχιστο της λειτουργίας ενός καταστήματος είναι να υπάρχει ένα ταμείο να δουλεύει, σχεδόν απαγορεύεται να μην υπάρχει ταμείο. Εμπορεύματα στο ράφι μπορεί να μην υπάρχουν αλλά το συρτάρι πρέπει να μαζεύει. ΚΑΝΟΝΑΣ. (Σε κάποια φάση που όλες οι μηχανές τα είχαν παίξει και δεν μπορούσαν να μπουν σε λειτουργία πώλησης, και άρα είμασταν ΚΛΕΙΣΤΟΙ -τα όνειρα μας είναι οι εφιάλτες τους- η αρχιεπόπτρια που είχαμε τότε, σηκώθηκε, πήγε σε άλλο μαγάζι, πήρε μία μηχανή και την κουβάλησε στο δικό μας.) Λοιπόν, με βάση αυτή την εξωτερική ταχύτητα του καταστήματος καλείται καταρχήν το προσωπικό να συντονίσει της δουλειές της εβδομάδας. Βάζοντας ας πούμε αυτές που δεν επείγουν σε στιγμές και μέρες όπου δεν έχει πολύ δουλειά. Και φροντίζοντας όταν θα έχει πολλή δουλειά το μαγαζί να είσαι σε τέτοια κατάσταση ώστε να μπορεί να λειτούργησει. Με αυτή την έννοια και σε αυτό το επίπεδο πάλι όλα είναι προβλέψιμα. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη που δεν έχει πολύ δουλειά ας πούμε ανάλογα με το επείγον της κάθε δουλειάς θα γίνουν όλα αυτά.

Πέρα όμως από αυτή την εξωτερική ταχύτητα υπάρχει και η ταχύτητα που η ίδια εταιρεία επιβάλλει στους ρυθμούς λειτουργίας του καταστήματος. Η εταιρεία αυτή πρέπει να είναι η μοναδική όπου την συχνότητα και την ποσότητα του ανεφοδιασμού δεν την καθορίζει το κατάστημα αλλά η ίδια η εταιρεία. Έτσι λοιπόν μας λένε για Δευτέρα πρέπει να βάλλεται τόσα κιβώτια, για Τρίτη τόσα για Τετάρτη τόσα κ.ο.κ. Ούτε λόγος να μην σταλλεί μία παραγγελία ή να σταλλούν πολύ λιγότερα από αυτά που καθορίζει το πρόγραμμα. Παίρνουν τηλ και αρχίζουν τις φωνές. Αυτό είναι το πιο βασικό όσον αφορά τον ρυθμό εργασίας. Υπάρχουν και διάφορα άλλα τα οποία είναι μάλλον λεπτομέρειες. Γενικώς πάντως ο ρυθμός εργασίας καθορίζεται από την κίνηση προς το κατάστημα (εμπόρευμα) και από την κίνηση από το κατάστημα (πελάτες). Στη μέση λοιπόν είμαστε εμείς. Το κατάστημα. Το μαγαζί.

Το να πούμε ότι δεν έχουμε κανέναν έλεγχο πάνω στην δουλειά μας είναι αστείο μέσα στις συνθήκες οργάνωσης της εργασίας που ζούμε, γιατί σχεδόν κανένας εργάτης δεν έχει τον έλεγχο της δουλειάς του (αν και αυτό έχει πολλές διαστάσεις γιατί ο έλεγχος του εργαζομένου δεν μπορεί να αφαιρεθεί εντελώς -τουλάχιστον στις περισσότερες δουλειές). Ωστόσο, αυτό που έχουν κάνει στην εταιρία που δουλεύω είναι να μεταφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερες εργασίες εκτός του καταστήματος και να μειώσουν έτσι κατα πολύ τα λειτουργικά έξοδα. Είναι το ίδιο μοντελο ακριβώς όπως αυτό που αφορά την αγορά εμπορευμάτων από προμηθευτές, η μαζική κλίμακα επιτρέπει πιο χαμηλές τιμές. Το ίδιο ισχύει και για την κοπή αλιωσίμων, για το ζύγισμα, για την συσκευασία, για την μεταφορά των εμπορευμάτων κλπ. Και όχι μόνο φυσικά σε αυτό το επίπεδο. Από τα καταστήματα έχουν αφαιρεθεί ένα σωρό άλλες αρμοδιότητες με αποτέλεσμα αυτό που μένει να είναι το πολύ ελάχιστο της δουλειάς που χρειάζεται ένα κατάστημα. Κανένας εργαζόμενος στα καταστήματα της εταιρείας δεν έχει καμία απολύτως αρμοδιότητα. Και αυτό η εταιρεία το ξέρει. Μπορεί να πιέζει. Αλλά πιέζει μέχρι εκεί που της επιτρέπει το προσωπικό του κάθε μαγαζιού. Για αυτό επίσης δεν διατυπώνει καν αξίωση (ούτε από τον υπεύθυνο) να κάτσει παραπάνω στο κατάστημα.

Όλα αυτά φυσικά δεν σημαίνουν ότι η δουλειά είναι λιγότερη. Είπαμε η βασική δουλειά είναι η διακίνηση των εμπορευμάτων και αυτή πρέπει να γίνεται μέσα στα καταστήματα ακόμα. Συνοπτικά και κλείνοντας (αν και το έχουμε ξαναπει), η μεταφορά εργασιών εκτός καταστήματων επιτρέπει όχι μόνο τη μείωση του αριθμού του προσωπικού αλλά και την αύξηση της δουλειάς που αυτό κάνει.

Αυτά. Στην επόμενη ενότητα θα μιλήσω για πιο διασκεδαστικές καταστάσεις.

Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα